Και εγεννήθη ημίν λυτρωτής

Γράφει ο Γιάννης Παρασκευάς

 

«Ωσσανά κράζουν οι όχλοι επί τη εμφανίσει του». Χρόνια τώρα αυτή η αναμονή με πέπλο μαύρο σκέπαζε την ψυχή τους.

Καταχνιά και θλίψη συνοδοιπόροι στη ζωή τους, με το κεφάλι σκυμμένο μετρούσαν τις μέρες τις μαύρες της κακής τους ζήσης.

Ύπατοι και ανθύπατοι τα σκαλιά της εξουσίας ανέβαιναν και κατέβαιναν και τις ελπίδες τους ξανέμιζαν σαν τον άνεμο που τα κιτρινισμένα φύλλα σκορπίζει.

Το πρόσωπό του σαν αντίκρισαν οι κτύποι της καρδιάς τους πλήθυναν και μέσα τους ξάφνου γεννήθηκαν η προσδοκία και η ελπίδα.

«Αυτός είναι» αναφώνησαν. «Αυτός είναι ο αναμενόμενος, αυτός είναι ο Λυτρωτής.
Αυτόν τόσα χρόνια περιμέναμε, αυτός είναι ο εκλεκτός, αυτός είναι ο δικός μας Λυτρωτής, δοξάζουμε τον Θεό για το μεγάλο του έλεος, τον δοξάζουμε και τον υμνούμε γιατί στη μεγαλοθυμία του δεν μας λησμόνησε, έστειλε τον εκλεκτό του (δικός του δεν είναι, άλλοι τον έχουν στείλει) να σώσει τον περιούσιο λαό του.

Προσηνής, πράος και λαλίστατος και με το χέρι πάντα απλωμένο για ενα χάδι, με μια κουβέντα γλυκιά στο στόμα, θαλπωρή στη μιζέρια που ο καθένας σέρνει μαζί του και με ένα χαμόγελο που φως σκορπά στους γύρω του απλόχερα χαρίζει την πολυπόθητη υπόσχεση, «τελειώνουν οι πίκρες και τα βάσανά σας, με εμένα στης χώρας το τιμόνι σε πελάγη ευτυχίας θα πλέουμε».

Άδολη και άφατη η χαρά τους, χρόνια είχαν τα αυτιά τους να ακούσουν τόσο γλυκόηχες κουβέντες.
Στο παρελθόν γυρνούσε η μνήμη τους, τις δικές τους επιλογές σκεφτόντουσαν και τα βάρη των δικών τους αμαρτημάτων ασήκωτα φάνταζαν.

Την πίκρα και το μίσος που μέσα τους φώλιαζαν μια και μόνη επιθυμία είχαν, «να τα διώξουν και τα δύο και τους υπαίτιους εύκολα τους βρήκαν, αυτοί οι άλλοι, αυτοί είναι υπεύθυνοι, αυτοί πρέπει να τιμωρηθούν».
Σαν ουράνιες εύηχες μελωδίες τα λόγια του αγαλλιάζουν το είναι τους και ευφραίνουν την καρδιά τους.

Το ξημέρωμα μιας καινούργιας μέρας φωτεινής τους υπόσχεται, για τους παλαίμαχους της ζωής θα είναι όπως ισχυρίζεται η πρώτη του φροντίδα, τα νιάτα του τόπου δεν ξεχνά, σε αυτούς που τα μαύρα χρόνια τον δρόμο της ξενιτιάς πήραν «νόστιμο ήμαρ» υπόσχεται και σε αυτούς εδώ συνεχίζουν να παλεύουν τον σεβασμό στη δουλειά τους με σιδερένια πυγμή θα επιβάλει.

Τα αρπακτικά που τον ιδρώτα του κοσμάκη απομυζούν θα εξαφανίσει, το αδηφάγο κεντρικό κράτος θα περιορίσει, τους τραπεζοδικτάτορες στη θέση τους θα βάλει, τα σχολεία μας χώρους διαμόρφωσης πολιτών και μάθησης θα κάνει και τη Δημόσια περίθαλψη θα ενισχύσει.

Δυνάστης του πολίτη το κράτος και η Δημόσια Διοίκηση θα πάψει να είναι και ο άνθρωπος ο απλός και ταλαιπωρημένος εύκολα και απλά το δίκιο του θα βρίσκει.

Με πείσμα θα παλέψει τον δρόμο της ανάπτυξης να ανοίξει, ξένοι και ντόπιοι τη δική του και του κράτους τη στήριξη θα απολαμβάνουν σε κάθε δική τους δημιουργική προσπάθεια.
Την ώρα την ευλογημένη με προσμονή αναμένουν, έτοιμοι να πουν άμα τη εμφανίσει του «Είδομεν το φως το αληθινό».

Το πέπλο ξάφνου σχίστηκε και το πρόσωπο του Λυτρωτή καθάριο φάνηκε και όλοι μαζί τρομαγμένοι με θρήνους έκραζαν «ΟΥΑΟΥ Ο ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ».