Λεξιστορείν: Ο λιγούρης!

Ο λιγούρης αποτελεί χαρακτηρισμό  ενός ανθρώπου που ορέγεται έντονα κάτι, του στερημένου ή πάμφτωχου.

Ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη λιγούρα και  το ρήμα λιγώνω που με τη σειρά του δημιουργήθηκε από το αρχαίο ρήμα ολιγώ = έχω λίγα, λιγοστεύω.