Περί Τσάμηδων

Γράφει ο Αντώνης Ν. Βενέτης

Προ του 1913 οι Τσάμηδες ήσαν οι επικυρίαρχοι της περιοχής Θεσπρωτίας. Εκπροσωπούσαν τη Σουλτανική εξουσία και θεωρούσαν τους εαυτούς των αγάδες, αφεντικά και τους Έλληνες ραγιάδες. Η νοοτροπία αυτή, υπεροχής και υπεροψίας, τους χαρακτήριζε στις σχέσεις τους με τον ντόπιο ελληνικό πληθυσμό. Γι’ αυτό κατείχαν τα πιο εύφορα μέρη της Θεσπρωτίας, ενώ οι Έλληνες είχαν εκτοπισθεί στα βουνά.

Κατά τον Π. Αραβαντινό «Χρονογραφία της Ηπείρου», 1856 «Των Τσάμηδων εν γένει ο φανατισμός προς τον Ισλαμισμόν υπάρχει βαθύτατος και ο χαρακτήρ αυτών γλίσχρος και ψευδής». Εκτός από τις μεγάλες φάρες της Παραμυθιάς (Ντήνου, Πρόνιων, Τσαπαραίων), που αναφέρονται στην αθηναϊκή εφημερίδα ΣΤΟΑ της 3-9-1880, στην περιοχή Φιλιατών κυριαρχούσαν οι Ντεμάτες και Σεϊκάτες (βλέπε και «Το ζήτημα των Τσάμηδων» του Αντώνη Ν. Βενέτη στο δεκαπενθήμερο περιοδικό ΑΝΤΙ της 5-5-2006 και στην αθηναϊκή εφημερίδα ΕΣΤΙΑ της 9-5-2015).

Έτσι η δημοσιευόμενη «είδηση» του 1859 είναι χαρακτηριστική της απολύτου αυταρχικής συμπεριφοράς αυτών προς τους Έλληνες, ακόμα και μετά το αυτοκρατορικό μεταρυθμιστικό διάταγμα του 1856 –Χάτι – Χουμαγιούν- το οποίο εξίσωσε νομικά τους λαούς της αυτοκρατορίας. Οι Τσάμηδες ουδόλως βελτίωσαν την συμπεριφορά τους και αγνοούσαν ακόμα και την Τουρκική Διοίκηση!

Πάντως, το περιστατικό της δημοσιευόμενης «είδησης» του 1859, μου θύμισε μια περικοπή από το βιβλίο του Φρανσουά Σατωμπριάν (1768-1848), από τα μεγάλα ονόματα της Γαλλικής λογοτεχνίας, ο οποίος είχε επισκεφθεί την Ελλάδα, δώδεκα χρόνια πριν από την επανάσταση του 1821. Γράφει ο Σατωμπριάν στο περίφημο βιβλίο του «Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ» για τον απολυταρχισμό που διέκρινε την Οθωμανική αυτοκρατορία: «Αν μου είχε συμβεί ποτέ να συμφωνήσω μ’ εκείνους που πιστεύουν ότι ο απολυταρχισμός είναι ο καλύτερος τρόπος διακυβέρνησης, μερικοί μήνες παραμονής στην Τουρκία, θα με είχαν θεραπεύσει από παρόμοια γνώμη».

Γι’ αυτό και ο συντάκτης της «είδησης» μέμφεται τους Ευρωπαίους της εποχής, οι οποίοι αφελώς επίστευαν ότι η έκδοση του αυτοκρατορικού διατάγματος του 1856, το οποίο, κατά τ’ ανωτέρω, επέφερε την νομική ισότητα των λαών της αυτοκρατορίας, εξάλειψε την απολυταρχική αντίληψη που διέκρινε αείποτε τους Τούρκους και, κυρίως και προεχόντως, τους Τσάμηδες.
Όσο για τη συμπεριφορά τους κατά τη διάρκεια της κατοχής, γράφει ο ΕΛΑΣίτης και αυτόπτης μάρτυρας, Π. Παπασταύρου: «Γύρω στις δεκαπέντε χιλιάδες αριθμούσε εκείνη η μειονότητα των λεγομένων Τσάμηδων. Από τις πρώτες ημέρες του πολέμου είχαν ταχθή στο πλευρό των Ιταλών. Το ίδιο έκαμαν και με τους Γερμανούς αργότερα. Ντυμένοι με τις στολές των κατακτητών, λήστευαν, βασάνιζαν, ατίμαζαν, τρομοκρατούσαν την ύπαιθρο. Ο φόβος και ο τρόμος σκέπαζε όλη την Θεσπρωτία. Οι πράξεις βίας και τρομοκρατίας σε καθημερινή βάση… όχι λίγες φορές δεν δίσταζαν, έτσι για πλάκα, να βάζουν στο σημάδι από απόσταση τσοπαναραίους και στρατοκόπους…» («Στο στόμα του Λύκου», εκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Παρατίθεται, επί λέξει, η σχετική «είδηση» του 1859:
ΑΘΗΝΑ, 16-4-1859. Μας γράφουν, εκ Πρεβέζης από 6 Απριλίου… Ιδού τι συνέβη προσφάτως εις Παραμυθίαν· ο επιβόητος Μιτλίαγας Πρόνιος έτυχεν έναν ατυχή Χριστιανόν ενώ τούτον ηγγάρευσεν βιαίως· ο άνθρωπος ούτος παρουσιάσθη προς τον αρχιερέα Επίσκοπον Παραμυθίας, ούτος δε ανεφέρθη προς την εκεί διοίκησιν εξαιτούμενος την τιμωρίαν του αγά του καθ’ ήν στιγμήν ο αρχιερεύς διηγείτο το γεγονός προς τον διοικητήν, άλλος Χριστιανός έφθασεν όλος καθημαγμένος και κακώς πάσχων εκ των μαστιγώσεων του Μιτλίαγα Προνίου, παραπονούμενος και εξαιτούμενος δικαιοσύνην κατά τοιαύτης απανθρωπίας.

Ο διοικητής προσκαλεί ενώπιόν του τον Πρόνιον, τον επιπλήττει και διατάττει την κράτησίν του. Τούτον ουδείς των χωροφυλάκων ουδέ και η εκεί φρουρά ηδυνήθησαν να κρατήσωσι μ’ όλας τας επανειλημμένας του διοικητού διαταγάς· τούτου μη γενομένου ο διοικητής και το συμβούλιον (Μετζιλίσι) υπέβαλον τα γενόμενα και το αδύνατον της κρατήσεως του Προνίου προς τον εν Ιωαννίνοις γενικόν διοικητήν της Ηπείρου Ακίμ Πασσά.

Ούτος βεβαιωθείς ταύτα εξαπέστειλεν ένα Καφάζμπασιν εις Παραμυθίαν ίνα άρη και μεταγάγη εις Ιωάννινα ουχί μόνον τον Μιτλίαγαν Πρόνιον, αλλά και αυτόν τον ανεύθυνον και προστάτην των δύο αδικουμένων Χριστιανών αρχιερέα Διονύσιον Παραμυθίας.
 Ο Καφάζμπασης εξεκίνησεν εξ Ιωαννίνων διά τον προς ον όρον κατά διαταγήν του Βεζύρου. Ιδού πόσα πάσχει ο ταλαίπωρος Χριστιανός εν Ηπείρω, ώστε και ο υπέρ αυτώ συνηγορών καταδιώκεται προσκαλούμενος εις Ιωάννινα, επί προδηλοτάτω σκοπώ του να μην λαλή εφεξής υπερασπιζόμενος τους αδελφούς του και εν Κυρίω τέκνα.

Ο αρχιερεύς Παραμυθίας τα συμβάντα ταύτα έγραψεν εις τον προϊστάμενόν του, όστις ουδαμώς ηδυνήθη να εμποδίση την εις Ιωάννινα ανάκλισίν του ο μιαιφόνος Πρόνιος, ο γνωστός καθό τοιο τος εις την Ευρώπην και την διπλωματίαν δεν παύει βασανίζων και τυραννών τα αθώα λογικά όντα όσα κατά το 1854 εξέφυγον εκ των μιαιφόνων αυτού χειρών και της θηριωδίας και κακοβουλίας του και ατιμωρητεί επί τοσούτον έζησεν εν τη ιδία πατρίδι κατέχων αναξίως θέσιν αγά (συμβούλου) της επιτοπίου διοικήσεως ώ μωροί και τυφλοί διπλωμάται της Ευρώπης, και ιδίως οι υπογράψαντες την συνθήκην της 30 Μαρτίου 1856.
Ίδετε αν δεν αναισθητήτε, και μάθετε το μέγα υμών παράπτωμα! Η ταλαίπωρος ανθρωπότης πάσχει, και υμείς υπνώττεται!