Η πραγματική αλλαγή

Του Χαράλαμπου Βουτυράκη


Εθνικές  εκλογές, μετά τις Ευρωπαϊκές και τις αυτοδιοικητικές που αναδείξανε  νικητή την αποχή με ποσοστό πάνω από 60%  και σχεδόν  κανείς  δεν   συγκινήθηκε  να σχολιάσει ένα τόσο σοβαρό στοιχείο για τη Δημοκρατία. Και δεν σχολιάστηκε αυτό το εξευτελιστικό ποσοστό αποχής, γιατί τον πολιτικό κόσμο δεν τον  συμφέρει η ανάλυση αυτού του ντροπιαστικού  φαινομένου.

Στον σχολιασμό των αιτίων της αποχής, θα φαινόταν η απαξίωση του συνόλου του  πολιτικού συστήματος και  η ηθική (όχι η νομική) απαξίωση των αντιπροσώπων μας στη Βουλή των Ελλήνων. Αντί να  προβληματιστεί ο πολιτικός κόσμος και να απολογηθεί για τον ξεπεσμό, η μεν Ν.Δ. είναι στην τρελή χαρά  γιατί την εμπιστεύτηκε το 33,12% του 40% των ψηφοφόρων ή στην πραγματικότητα το 13,25% μόνο, του συνόλου των Ελλήνων. Ο δε ΣΥΡΙΖΑ πήρε κλαψουρίζοντας  το 23,76 %  του 40% των ψηφοφόρων ή το 9,5% των Ελλήνων.

Αυτή την αποδοχή έχει και το ένα και το άλλο κόμμα εξουσίας. Το ίδιο ισχύει και για τα λοιπά κόμματα και αποκόμματα. Έτσι αποκτά και νόημα η φράση του κάθε φορά νικητή των εκλογών, ότι «θα είμαστε κυβέρνηση όλων των Ελλήνων» που θα πει εκλέξτε μας εσείς οι ελάχιστοι δικοί μας, κι εμείς σας υποσχόμαστε να κυβερνήσομε όλους τους υπόλοιπους Έλληνες κατά τα δικά σας γούστα. Όλα τα λοιπά περί Δημοκρατίας είναι φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Εάν επομένως η αποχή είναι στο ίδιο ποσοστό και στις Εθνικές εκλογές, η κυβέρνηση  που θα εκλεγεί θα  είναι Κυβέρνηση του 13% των Ελλήνων το πολύ.  Τελικά παρότι το 60% των Ελλήνων δεν ενδιαφέρεται για την τύχη του και το 40% εκλέγει τους εκλεκτούς του με ποδοσφαιρο-ιδεολογικά κριτήρια, όλοι θέλουν την αλλαγή της μνημονιακής κοινωνίας μας. Την θέλει όποιος επίδοξος νέος κυβερνήτης, την επιθυμούν  οι παρατρεχάμενοί του,  μελλοντικοί εξουσιαστές. Την επιθυμούν οι καθηγητές πανεπιστημίων, το επιθυμεί η κατά συνθήκη Δημοκρατία.

Την επιθυμούν ο σοσιαλισμός, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η παγκοσμιοποίηση, η κατάργηση του Εθνικισμού, ο νεοεθνικισμός  και η παγκόσμια ειρήνη. Την φωνάζουν οι εχθροί μας την ίδια ώρα που ο ένας επιτίθεται στον άλλο αλλά και οι δήθεν φίλοι μας κάνοντας  επίτηδες  λάθη και παραλείψεις σε βάρος μας. Είναι παρατηρημένο ότι την  επιθυμεί και ο κάθε “εγωμανής”, την ίδια ώρα που φροντίζει για την τσέπη του, την κενοδοξία του, και την έπαρσή του και  κρύβει την ντροπή του πίσω από κραυγές για την προσπάθειά του να αλλάξει προς το καλύτερο η κοινωνία.

Η ίδια η κοινωνία επιθυμεί να αλλάξει, όμως όταν σε πολιτική συγκέντρωση ο ενθουσιώδης ομιλητής ζήτησε από τους ακροατές να σηκώσουν το χέρι όσοι επιθυμούν αλλαγή της κοινωνίας, όλοι το  σήκωσαν, αλλά όταν ζήτησε να σηκώσουν το χέρι όσοι θέλουν να αλλάξουν τον εαυτό τους για να αλλάξει η κοινωνία, κανείς δεν το  σήκωσε.

Αν πάντως άλλαξε κάποτε η κοινωνία, αυτό δεν έγινε από κομματάρχες αρχηγούς σπουδαίους, αλλά από απλούς ανθρώπους που η ζωή τους ήταν ταπεινή. Αυτοί οι λίγοι αρκούν για να αλλάξει η κοινωνία και να γίνει ευτυχισμένη.

Σήμερα όμως ο κόσμος είναι αυτός που όλοι γνωρίζουμε κι εμείς  θρηνούμε την κατάρρευση της πατρίδας μας, απαξιώνοντας τη διαδικασία των εκλογών και επιτρέποντας στους λίγους φανατισμένους να εκλέξουν κακούς πολιτικούς.

Πρέπει όμως, πρώτα να  αφήσουμε τα κλαψουρίσματα και να σκεφτούμε ποια ήταν η αιτία της κατάρρευσής μας. Μήπως οφείλετε αυτή στο λάθος μας να θεωρήσουμε πα(τρ)ίδα μας την πα(ρτ)ίδα μας, το πορτοφόλι μας, τους πολιτικούς μας και την αρχαία μεγαλοπρέπειά μας; Αν ναι, τότε πρέπει να δεχτούμε ότι δεν αντιληφθήκαμε πως χάσαμε τη σχέση μας με τους αρχαίους προγόνους μας και πρέπει να επανασυνδεθούμε με  τη σοφία τους και  να ακούσομε  και τους σύγχρονους πραγματικά  σοφούς μας.

Ας μη ζητιανεύουμε λοιπόν τη  λύπηση της σύγχρονης ιστορίας, εμείς που τραγουδούσαμε τραγούδια σαν το «θέλει αρετή και τόλμη η Ελευθερία» και «του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό δεν υπομένει», όταν πάντοτε και ιδιαίτερα τώρα, υπομένομε τον ζυγό των φίλων και πνευματικών τέκνων του έθνους μας,  Ευρωπαίων. Αν δεν μπορούμε να αλλάξομε τη  φτώχεια μας τότε θα πεθάνομε.

Αν δεν μπορούμε να κυβερνηθούμε, χωρίς σωτήρια κόμματα, χωρίς καταπληκτικούς  κληρονομικούς ή χαρισματικούς κυβερνήτες, αντί με κυβερνήτες  τίμιους, ηθικούς και ειλικρινείς, τότε καλύτερα να μας κυβερνούν άμεσα  οι ξένοι. Το ίδιο είναι. Τους κατηγορούμε τους ξένους ότι είναι βάναυσοι λύκοι με προβιά προβάτου. Αυτό όμως το δικαίωμα, το έχουν ή δεν το έχουν, αφού είναι νικητές και αποτελούν   υπερδύναμη ωμή και χυδαία;  

Μπορούν ή όχι να μας μιλούν για την οικονομία και το δίκιο ενώ βιάζουν ασύστολα τον λαό μας και άλλους λαούς;  Γράφουν ή όχι νόμους και μας συμβουλεύουν για Δικαιοσύνη και ενάρετη ζωή, σαν θεοσεβούμενοι προτεστάντες, ενώ ταυτόχρονα επιδίδονται σε λαφυραγωγία και αρπαγές; 

Δεν τους δικαιολογώ ούτε τους συμπαθώ, όμως αναρωτιέμαι αν θα πρέπει να βάζομε τα κλάματα  κάθε φορά που διαπιστώνομε τα ίδια και τα ίδια. Όχι, λοιπόν. Πρέπει να συνειδητοποιήσομε τα σφάλματά μας και να μετατρέψομε την πίκρα μας σε χαρά. Μόνο που αυτές είναι δουλειές για ενήλικες και όχι για  ανήλικα παιδιά.  

Έχομε τη βαριά υποχρέωση να σηκώσομε στους αδύνατους ώμους μας την κληρονομιά των προγόνων μας. Να παρακούσομε τις εντολές των εκμεταλλευτών μας, για ό,τι συμφέρει εκείνους μόνο. Όχι στο εμπόριο, στην κατανάλωση που μας σκλαβώνει.

Όχι στη Δημοκρατία, σοσιαλισμό, κομουνισμό, φασισμό και όσα άλλα μας χωρίζουν. Ναι σε ό,τι μας ενώνει. Την Ομόνοια ποτέ δεν την αγαπήσαμε.

Την κάναμε πλατεία και την βρομίζομε. Αυτό κάνουμε στις επερχόμενες  Εθνικές εκλογές και χειρότερα από τις προηγούμενες.   Η μόνη λύση είναι να μονιάσομε και να προσπαθήσομε να αυτοδημιουργηθούμε  κερδίζοντας με πόνο τη χαμένη αξιοπρέπειά μας. Να πάψομε να υπακούμε σαν ανθρώπινη αγέλη και να χειραγωγούμαστε από τα ΜΜΕ. Να μην επιτρέψομε να μας ξανά κοροϊδέψουν οι πολιτικοί μας. Να διεκδικήσουμε το μεροκάματο της αξιοπρέπειας.

Ωστόσο ξέρω τα ακούτε όλα αυτά με δυσπιστία επειδή μας έχουν κοροϊδέψει πολλές φορές γιατί γνωρίζουν πως ξεχνούμε κάθε φορά και κάνομε τα ίδια λάθη. Κάποτε όμως θα πρέπει να μάθομε να είμαστε ο εαυτός μας όχι το τίποτα. Να πάψομε να μιμούμαστε ξένες φωνές και να νομίζομε ξένα πρόσωπα για δικά μας. Να μην εμπιστευόμαστε λόγους ρητόρων. Τότε όσο μικροί και να ‘μαστε υπάρχει ελπίδα να αλλάξομε.