Περί του χαρακτήρος των Τσάμηδων  και η υπόθεση των 16 χωριών της Μουργκάνας

Του Αντώνη Ν. Βενέτη

 

Προτάσονται κείμενα Ελλήνων συγγραφέων και ιστορικών του 19ου αιώνος περί του χαρακτήρος των Τσάμηδων εν γένει, και περαιτέρω της διαφοράς μεταξύ των Τσάμηδων των Φιλιατών και των 16 χωριών της Μουργκάνας:

-Των Τσάμιδων εν γένει ο Φανατισμός προς τον Ισλαμισμόν υπάρχει βαθύτατος, και ο χαρακτήρ αυτών γλίσχρος και ψευδής. Περιεργείας άξιος εστίν ο όρκος, ή το Σάρτι λεγόμενον, ον οι Τσάμιδες προσφέρουσιν, όταν προτίθενται το μη παραβήναι τας συμφωνίας ή υποσχέσεις των, καθότι οιονδήποτε άλλον, όρκον εκφέροντες, τον παραβαίνουσιν ευκόλως και άνευ της ελαχίστης εντροπής και συναισθήσεως... Οι Τσάμιδες εισίν ευφυείς και μάχιμοι, αλλά λίαν πλεονέκται και δυσυπόληπτοι, ώστε ουδέ παρά τοις ομοθρήσκοις και ομοφύλοις αυτών χαίρουσι τα πιστά, διά του γλίσχρον και δόλιον αυτών χαρακτήρα».

«Χρονογραφία της Ηπείρου»  Π. Αραβαντινού, 1856
-Ο χαρακτήρ αυτών κατά το πλείστον υπάρχει γλίσχρος, και κατά τους λόγους και τα υποσχεσεις των ουκ εισίν ειλικρινείς και σταθεροί, κρυψίνοες δε και δύσπιστοι, και φειδωλοί και πλεονέκτα, δεικνύονται, και θεωρούνται, αλλά και μάχιμοι και δυσανάγωγοι... Κατά την δίαιταν ουκ εισί λιτόβιοι και απειρόκαλοι, προς δε τας γυναίκας υπάρχουσι λίαν αυστηροί και ζηλότυποι, περιορίζοντας, αυτάς εκ ζηλοτυπίας, και φιλέκδικοι κατά πάσης περιφρονήσεως και προσβολής όντες, ουχί σπανίως μετέρχονται την δολοφονίαν καθ’ οιουδήποτε εχθρού».

Παναγιώτης Αραβαντινός (1809 – 1870) Ιωάννινα 1866
-Οι Τσάμηδες εισίν ωραίοι άνδρες, υψηλού αναστήματος, επιδεικτικοί, λίαν, δειλοί όμως και πως ανειλικρινείς εν τη φιλία και τη δοσοληψία, ως εκ τούτου δεν νομίζω έμεινε και το παροιμιώδες «είναι άπιστος σαν Τσιάμης» και εν γένει η λέξις άπιστος, ήτις αποδίδεται εις αυτούς αδιακρίτως θρησκεύματος παρ’ όλων των γειτόνων λαών της Ηπείρου».

Δ.Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ, Ηπειρωτικόν ημερολόγιον Δωδώνη, 1896
-Εις την περιοχή Φιλιατών κυριαρχούσαν δύο φατρίες Τσάμηδων, οι Ντεμάτες και οι Σεϊκάτες. Γράφει περί αυτών ο Π. Αραβαντινός στη «Χρονογραφία της Ηπείρου» 1856.

- «Ντεμάται. Όνομα Φατρίας ής το αντίθετον και πολέμιον ήσαν οι Σεϊκάται. Υπό τα ονόματα ταύτα εστρατοπέδευον ούτως ειπείν πάντες οι Οθωμανοί της Θεσπρωτίας και Χαονίας. Ντέμος και Σέϊκος δύο αδελφοί διαπρέποντες μεταξύ των Οθωμανών της επαρχίας Φιλιατών, επειδή ενέπεσον εις έριδας και έχθρας βαθείαν διηρέθησαν και οι φίλοι αυτών αλληλοδιαδόχως οι μεν υπέρ τούτου, οι δε υπέρ του ετέρου[...] Το φατριαστικόν αυτό όνομα, όπερ συστηματικώς διετηρήθη και επήνεγκε χύσιν πολλών αιμάτων συνεχώς, διατηρείται εισέτι, αλλ’ άνευ αιματοχυσίας, [...]»

Οι Ντεμάτες και οι Σεϊκάτες, των Φιλιατών προέβαλλον επί των 16 χωριών της Μουργκάνας, άπαντα ελληνοχώρια, ιδιοκτησιακά..., δικαιώματα, τα οποία ήσαν ανύπαρκτα, πλην η Τουρκική διοίκηση ευνοούσε σκανδαλωδώς τούτους εις βάρος των Ελλήνων. Τελικώς νομικά η διαφορά ελύθη από τα ελληνικά δικαστήρια, μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου το 1913, τα οποία και απέρριψαν τους αβασίμους ισχυρισμούς των Τσάμηδων, περί όλων αυτών ανεύρον εις την εφημερίδα «Ηπειρωτικός Αγών» της 24.2.1935 λίαν ενδιαφέρον κείμενο με τον τίτλον Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΕΩΣ των 16 χωριών των Φιλιατών, το οποίο και παραθέτω:

- «Φιλιάτες (έκτακτος ανταπόκρισις), Είναι ασφαλώς γνωστή και υπόθεσις των 16 χωριών της περιφέρειας Φιλιατών. Επειδή όμως πιθανόν να υπάρχουν και μερικοί οι οποίοι να μη γνωρίζουν την πολυθρύλλητον αυτήν υπόθεσιν ή να την ελησμόνησαν, λόγω του χρόνου, θα επαναλάβωμεν ταύτην δι’ ολίγων.

Επί 16 χωριών ελληνορθοδόξων κατοίκων οι αγάδες Ντεμάτες και Σεΐκάτες είχον εγείρει αξιώσεις ιδιοκτησίας. Σημειωτέον ότι επί των χωριών αυτών επί αιώνα περίπου εισέπραττον γεώμορον επιβαλλόμενοι διά του κύρους και της βίας των. Επικολούθησεν μακρά διαδικασία κατά την οποίαν εσχάτως εξεδόθη απόφασις, η οποία αναγνωρίζει το δίκαιον των χριστιανών κατοίκων και αποφαίνεται ότι, όχι μόνον ουδέν κυριαρχικόν δικαίωμα έχουν οι δήθεν τέως ιδιοκτήται επί των εν λόγω χωρίων, αλλ’ ότι μάλιστα κακώς ελάμβανον και το γεώμορον επί τόσα έτη.

Το ελληνικόν όμως δημόσιον επειδή δεν ήθελεν να εγκαταλείψη του Ντεμάτες και Σεϊκάτες άνευ οιαδήποτε περιουσίας, δι’ ειδικού Νόμου, επί Κυβερνήσεως φελελευθέρων, απέμεινε ένεκεν χάριτος, εξ ολόκληρα εκατομμύρια δραχμών εις τους εν λόγω ιδιοκτήτας, ενώ παραλλήλως ουδεμία μέριμνα ελαμβάνετο διά τους χριστιανούς κατοίκους, οι οποίοι και αυτοί εκ του πολυετούς δικαστικού αγώνος είχον εξέλθη οικονομικά ράκη.

Ούτω λοιπόν διά πρώτην φοράν εις τα δικαστικά χρονικά αμοίβονται ηγεμονικώτατα διάδικοι εις τους οποίους δι’ αποφάσεως του Δ/ρίου ουδέν δικαίωμα ανεγνωρίσθη. Αλλά διά τους χριστιανούς η υπόθεσις αυτή δεν ετελείωσεν ακόμη.

Οι δικηγόροι των, οι οποίοι είχον διαχειρισθή την τόσον σοβαράν υπόθεσίν των, δεν είχον πληρωθή. Και επειδή οι κεκμηκότες χωρικοί δεν είχον να τους πληρώσουν ενήγαγον και διά πίνακος ζητούν την αμοιβήν των, ανερχόμενη εις αρκετών χιλιάδων δραχ. χρηματικόν ποσόν.

Ιδού λοιπόν η κρατική αδιαφορία. Τους καταδικασθέντας διαδίκους το κράτος μας υπεστήριξεν διά της παροχής πλουσιοπάροχον αμοιβής, ενώ εγκατέλειψεν εις την τύχην των τους χωρικούς, οι οποίοι, ως μη ώφειλον, επλήρωνον επί τόσα έτη γεώμορον. Και ως επίλογος της ιλαροτραγωδίας αυτής θα ακολουθήσουν καταστάσεις κατ’ εκείνων εις τους οποίους ανεγνωρίσθη το δίκαιον».