Περί «ερασιτεχνών» παικτών και άλλων δαιμονίων…

«Είναι καλός ποδοσφαιριστής, μωρέ, αλλά έχει υψηλό κασέ». Ωραία ως φράση, ποιητικότατη. Χρειάζεται όμως και την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Γιατί και η ποίηση θέλει το κατιτίς της. 

Αν ξεκινάς ν’ απαγγέλλεις σ’ ένα βουνό μόνος θα σε περάσουν για τρελό. Αν το κάνεις σε μια pub με χαμηλωμένα φώτα και κατάλληλη μουσική υπόκρουση μ’ ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι θα σε χειροκροτήσουν.

Έτσι είναι. Το κάθε τι, θέλει και το σκηνικό του. Αν λοιπόν  τα περί κασέ τα έλεγε ένας παράγοντας επαγγελματικής κατηγορίας για έναν παίκτη όλα θα ‘ταν καλά. 

Αν το πει όμως ένας παραγοντίσκος του τοπικού; Εδώ κάτι πάει λάθος. Από τη δεκαετία του 90’ ήδη ξεκινήσαν να παρατηρούνται αυτά τα φαινόμενα, παίκτες να ζητούν βασικούς μισθούς ενός ή και δύο ετών, ώστε να συμφωνήσουν με μια ομάδα Α’ Κατηγορίας για μια περίοδο. 

Και οι παράγοντες από την άλλη πλευρά να τους τάζουν… λαγούς με πετραχήλια. Το γλυκό εδώ δεν δένει, η μαγιά είναι παλιά, το χρήμα όμως λύνει πολλά από τα προβλήματα τα οικονομικά.

Γιατί πώς τα ξεπερνάς αυτά; Πληρώνεις και ξεμπερδεύεις. Εδώ φτάσαμε να υπάρχουν στο τοπικό επαγγελματίες ερασιτέχνες. Βεβαίως! Το είδαμε κι αυτό. 

Παίκτες να υπολογίζουν στο οικογενειακό τους ταμείο τα λεφτά του τοπικού, ώστε να βγάλουν το μήνα, ακόμα και οικογενειάρχες. Και για όλ’ αυτά ποιος φταίει; Το άτιμο το χρήμα που άλλους τους ανεβάζει και άλλους τους κατεβάζει…

Κάποτε, λέει, πριν πολλά πολλά χρόνια έγινε προσπάθεια από πλευράς διοικούντων ομάδων, ώστε να παταχθεί το φαινόμενο αυτό που δεν τιμά κανέναν. Παρόλα αυτά όμως, πάλι βρέθηκαν κάποιοι που χάλασαν την πιάτσα. Τα σκόρπαγαν, έκαναν ζημιά, δηλαδή, στο μαγαζί. 

Διότι θα σου ‘πουν, δικά μας είναι τα λεφτά, βάζουμε φωτιά εδώ μπροστά σου και τα καίμε. Καλύτερο μου ακούγεται αυτό ως ήπια ψύχωση από άλλες που χτυπούν κάτι τύπους και καίνε τα δάση… 

Το θέμα είναι πως το πράγμα ξέφυγε ακόμα και από ανήλικους, όταν ζητάνε μισθό για να κλείσουν με μια ομάδα. Το φαινόμενο δύσκολα θα σταματήσει να υφίσταται, γιατί απλώς κάποιος θα χαλάει πάντα την πιάτσα. Είναι μια αρρώστια, πώς να το κάνουμε. Και τις αρρώστιες τις ανίατες πώς τις πολεμάμε;

Με τη λήθη. Τις ξεχνάμε. Αν ξεχάσω κι εγώ, ίσως προσαρμοστώ και αποκτηνωθώ μπας και γλιτώσω μετά τα όσα είδα εδώ και δεκατέσσερα χρόνια στο τοπικό μας ποδόσφαιρο… Άλλη λύση δεν υπάρχει. 

ΤΣΑΜΠΙΚΟΣ ΠΑΤΣΑΪΣ