Εκκρεμότητες του ’21

Γράφει ο Νίκος Κωνσταντάρας, στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»

Το 2021 θα βρει την Ελλάδα σε μια τροχιά που χαράχθηκε τα τελευταία 200 χρόνια μέσα από εθνικές επιτυχίες, από ήττες και χαμένες ευκαιρίες, μέσα από στιγμές ομοψυχίας και δεκαετίες διχασμού, με πολλά σοβαρά ζητήματα άλυτα. Πέρα από τις εορταστικές εκδηλώσεις, η επέτειος επιτάσσει να δούμε με νηφαλιότητα, χωρίς παραμύθια και προκαταλήψεις, ποιοι είμαστε, τι θέλουμε και πώς θα το πετύχουμε.


Κορυφαίας σημασίας ζητήματα έχουν λυθεί. Δεν αμφισβητείται ότι η Ελλάδα είναι αναπόσπαστο κομμάτι του πιο προχωρημένου μέρους του δυτικού κόσμου, της Ευρώπης. Η δημοκρατία άντεξε και την τελευταία κρίση, χάρη στη συμμετοχή μας από το 1981 στην ενοποίηση της Ευρώπης, αλλά και επειδή έχουν καταλαγιάσει οι μεγάλες διχόνοιες του παρελθόντος. Ισως τα χρόνια της πλαστής ευημερίας βοήθησαν να επουλωθούν οι χειρότερες πληγές, ανοίγοντας νέες.

Ομως, το υπέρογκο χρέος, μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι όλοι μάς χρωστούν και όλοι μάς υπονομεύουν, η σχεδόν θεσμοθετημένη ανοχή για διάφορες μορφές ομαδικής και προσωπικής απείθειας και βίας, δεν συγκρίνονται με τον Εθνικό Διχασμό, τον Εμφύλιο Πόλεμο και τις δικτατορίες. Το πολιτειακό ζήτημα λύθηκε το 1975, όπως και το γλωσσικό (που σήμερα φαίνεται τόσο γραφικό και μάταιο) το 1976.

Η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να αναθερμάνει τα πάθη του Εμφυλίου και του Ψυχρού Πολέμου δεν καρποφόρησε. Επίσης, η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή απομονώθηκε και έμεινε εκτός Βουλής. Φαίνεται ότι οι ιδεολογικές διαφορές των πολλών δεν είναι πια τόσο μεγάλες ώστε να καθορίζουν τις εξελίξεις.

Ομως, η σχέση Κράτους - Εκκλησίας δεν έχει ξεκαθαριστεί. Οι νομοθετικές ρυθμίσεις για την ισότητα μεταξύ όλων των μελών της κοινωνίας, καθώς και η ενσωμάτωση μεταναστών, δεν έχουν γίνει κοινός τόπος στην πράξη. Η διαμάχη μεταξύ «αυτοχθόνων» και «ετεροχθόνων», που σημάδεψε τα χρόνια μετά το 1821, το ρουσφέτι, ο νεποτισμός και οι πελατειακές σχέσεις επιζούν μέσω της κομματοκρατίας και μιας βαθιά ριζωμένης αντίληψης ότι κάποιες ομάδες δικαιούνται περισσότερα απ’ ό,τι το σύνολο.

Η συζήτηση για το μέλλον των Ελλήνων απαιτεί τους κατάλληλους ανθρώπους, τη συμμετοχή κάθε θεσμού, κάθε ομάδας, κάθε τάσης. Ας καθίσουν μαζί εκπρόσωποι της Εκκλησίας και του κράτους, της διασποράς, της διανόησης, των μειονοτικών ομάδων, της παραγωγής και της εργασίας, των νέων, των ανέργων και των συνταξιούχων.

Ας γνωρίσουμε τι μας ενώνει και τι μας χωρίζει. Για να δούμε ποιοι είμαστε, για να αποφασίσουμε πού πάμε, θέλει να είμαστε σοβαροί, ταπεινοί, ειλικρινείς και αποφασισμένοι.