Πού είναι ο ρομαντισμός, το μπρίο, η φινέτσα;

Διαβάζοντας το κυριακάτικο άρθρο του συνάδελφου, συνεργάτη και πάντα καλού φίλου Τσαμπίκου Πατσάη, μπορώ να πω με όλο το θάρρος ότι ζήλεψα...

Μου έδωσε το έναυσμα να ταξιδέψω για λίγο νοερά στο παρελθόν των παιδικών μου χρόνων και μου έφερε στη μνήμη εικόνες από μια άλλη ποδοσφαιρική πραγματικότητα, την οποία βλέπαμε μέσα από τις ασπρόμαυρες (ως ένα σημείο βέβαια γιατί δεν είμαστε και τόσο μεγάλοι στην ηλικία) τηλεοράσεις και μπορώ να πω άφοβα ότι τις νοσταλγώ.

Ήταν ένα ποδόσφαιρο με φαντασία, μπρίο και φινέτσα.

Εντελώς διαφορετικό από αυτό που βλέπουμε τώρα, το οποίο είναι γεμάτο τυποποιημένα πράγματα και αυτοματισμούς. Τότε υπήρχε το λεγόμενο "κλασικό δεκάρι" που η επίθεση έπρεπε να ξεκινήσει από αυτό. Αν δεν περνούσε η μπάλα από τα πόδια του, δεν ήταν δυνατό να βγει μπροστά η ομάδα.

Αυτός ο ...παικταράς που ήταν συνήθως μια ...τεράστια "μπαλαδόφατσα", έπαιζε με πλάτη στο χώρο του κέντρου. Υποδεχόταν τη μπάλα, έκανε για λίγο τα "τσαλιμάκια" του και γυρνούσε μετά το σώμα του κοιτάζοντας την αντίπαλη περιοχή. Η όλη κίνηση από τη στιγμή που θα δεχόταν τη μπάλα μέχρι και να γυρίσει το σώμα του ήταν κάτι ιδιαίτερο. Ήταν μια ...μαγική ποδοσφαιρική ιεροτελεστία. Και μετά δυο ήταν τα σενάρια.

Είτε να προχωρήσει "αδειάζοντας" όποιον έβρισκε μπροστά του, φθάνοντας ως την αντίπαλη περιοχή, είτε να κάνει τη "μεγάλη σαραντάρα" μπαλιά στέλνοντας τη μπάλα "συστημένη" εκεί που ο ακριβώς ήθελε ο συμπαίκτης του. Που ήθελε; Στο αριστερό του πόδι; Εκεί θα την έστελνε. Μήπως στο στήθος;

Ακριβώς εκεί θα ήταν. Ακόμα και στο ...αριστερό αυτί να ήθελε, είναι βέβαιο πως η μπάλα θα πήγαινε εκεί. Γιατί η μπαλιά γινόταν από ένα ...μαγικό πόδι που ζωγράφιζε. Αυτά ήταν τα κλασικά δεκάρια. Στις μέρες μας το ποδόσφαιρο μπορεί να έχει γίνει σαφώς πιο γρήγορο από την εποχή των παιδικών μου χρόνων (δεκαετίες 1980 και 1990), όμως έχει χάσει τον ρομαντισμό του και τη φαντασία του.

Καημό έχω να δω έναν παίκτη που θα πάρει τη μπάλα και θα αυτοσχεδιάσει. Θα κάνει τα δικά του και θα ξεσηκώσει το γήπεδο. Τώρα, μόλις πάρει τη μπάλα πρέπει σε κλάσματα δευτερολέπτου να τη δώσει αλλού. Λογικό, αφού με τους αυτοματισμούς και τον τρόπο που μαθαίνουν να πιέζουν οι ομάδες σε όλο το γήπεδο, πέφτουν πάνω του αμέσως δυο και τρεις παίκτες. Στο μυαλό του δεν υπάρχει τίποτε άλλο, παρά μόνο το πώς θα δώσει πάσα στον συμπαίκτη του.

Ναι, αλλά εμένα μου λείπει ο Μαραντόνα, ο Ρουμενίγκε, ο Λίνεκερ, ο Ματέους, ο Στόιτσκοφ, ο Βαν Μπάστεν, ο Γκούλιτ, ο Μπουντραγκένιο, ο Ούγκο Σάντεζ, ο Σόκρατες, ο Κέλεμανς, ο Σίφο, ο Γκούλιτ, ο Χιγκίτα, ο Κανίγια, ο Χάτζι, ο Πασαρέλα, ο Σιρέα, ο Λάουντρουπ, ο Σαραβάκος...

Να πω και άλλους; Δεν νομίζω γιατί δεν μας το επιτρέπει ο περιορισμένος χώρος της στήλης. Όλοι αυτοί οι παιδικοί ήρωες που μου έμαθαν τα μυστικά της μπάλας έστω στη θεωρία (κάποτε προσπαθούσα αλλά δεν μου έβγαιναν και στην πράξη) και με έκαναν να αισθάνομαι υπέροχα για τον βασιλιά των σπορ (που εννοείτε ότι είναι το ποδόσφαιρο και αυτό μάλλον θα το εξηγήσουμε σε άλλο άρθρο), είναι καλά κλεισμένοι μέσα στην καρδιά και στην ψυχή μου.

Δεν πρόκειται να τους ξεχάσω ποτέ και θα αποτελούν πάντα την απάντηση σε όσους αναρωτιούνται στις μέρες μας ποιο είναι το καλό ποδόσφαιρο...

Δραγάτης Δημήτρης