«Ου μπαρμπάκους, καλόμ, ου μπαρμπάκους»

Του Σεραφείμ Αθανασίου 
www.serathan.gr


Πήρα αφορμή, για το πιο κάτω γραπτό μου, από μια παλιά φωτογραφία  που βρήκα στο αρχείο μου και την οποία εδώ  επισυνάπτω.

Βλέποντάς την θυμήθηκα τόσα πολλά  για κείνους τους καλούς  ανθρώπους  που,   σε «βάθος  χρόνων», χάθηκαν, όπως  χανόμαστε όλοι μας είτε το θέλουμε είτε όχι.

 Και η αλήθεια να λέγεται,  κανένας μας δεν  θέλει να χαθεί ακόμη και «σε βάθος χρόνων» και παραμένουμε  πιστοί στο ΟΧΙ μας  το οποίο   μπορεί να γίνει ΝΑΙ μόνο σε κανένα Δημοψήφισμα εάν   διαπιστωθεί  ότι  το πρόβλημα του ΟΧΙ εκείνου του  Δημοψηφίσματος  μπορεί σε «βάθος χρόνων- να παρουσιάσει « δυσκολίες».

Εκείνες λοιπόν τις θύμησες θέλω να τις μοιραστώ  με τους δικούς μου φίλους  που είναι και αναγνώστες των εφημερίδων «Ταχυδρόμου»  και « Ροδιακής»  οι οποίες και εμένα  με  φιλοξενούν.

Το περιστατικό στο οποίο θα αναφερθώ συνέβη πριν ενενήντα και  ίσως περισσότερα χρόνια « τότε» που και  εγώ  ήμουνα  5 ή 6  χρόνων και αλήθεια λέγω  σαν  ψέματα μου φαίνεται,  ότι υπήρξα και εγώ μικρός!
Ας βάλλουμε  όμως σε κάποια σειρά στα… τότε.

Τότε, λοιπόν ( τώρα πολλά άλλαξαν  και σε όλους μας είναι γνωστά )  που στα χωριά μας ο κόσμος  δούλευε  χωρίς ωράριο ανάπαυσης και με πολλές στερήσεις (χωρίς τρεχούμενο νερό βρύσης, χωρίς ρεύμα, χωρίς δρόμους και  μακριά από τις μεγάλες πολιτείες  παρά του ότι   χιλιομετρικά κοντά σε αυτές κατοικούσαν) αυτός  λοιπόν ο κόσμος των πολλών στερήσεων  ποτέ δεν έχανε το κέφι του  και ο ένας ενδιαφερόταν για τον άλλο  και, σχεδόν   όλοι τους ,  σε ένα χωριό, στο όποιο χωριό,  ένιωθαν  σαν μια οικογένεια  που, διασκορπισμένοι, κατοικούσαν σε πολλά χαμόσπιτα.

Οι άνθρωποι του χωριού ήταν θρησκευόμενοι και ποτέ δεν εργαζόντουσαν  Κυριακές και Σκόλες και με το «σκόλες» εννοώ  την όποια  γιορτή  γνωστού Αγίου  την οποία  και εκείνη κρατούσαν με  μεγάλη θρησκευτική ευλάβεια. 

Σε Κυριακές και Γιορτές  οι κάτοικοι του χωριού   φόραγαν τα γιορτινά τους ρούχα  πήγαιναν στην εκκλησία και στη συνέχεια  οι άνδρες  διασκορπιζόντουσαν στα  καφενεία  για να πιούν τον καφέ τους, να πειράξει ο ένας τον  άλλο, να γελάσουν με την καρδιά τους, να παίξουν  την κολτσίνα τους ή την πρέφα τους  και για ένα μόνο λουκούμι και ανάμεσα σε αυτούς  τους γεμάτους ζωή  χωρικούς  μόνιμα  βρισκόταν  και ο  δάσκαλος του χωριού (υποχρεωτικά  έμεινε στο χωριό που δίδασκε έστω και αν  το δικό του χωριό  βρισκόταν λίγα χιλιόμετρα μακριά δεν  επιτρεπόταν  να φεύγει) αλλά και ο Αστυνόμος με τους χωροφύλακες  του Σταθμού   Χωροφυλακής-σε περίπτωση που  είχε Σταθμό το χωριό-  μια παρέα γινόντουσαν.

Τα χρόνια εκείνα  οι  γυναίκες του χωριού ποτέ δεν είχαν καθίσει στα καφενεία  εκτός από  συγκεντρώσεις  πανηγυριών   που και τότε   σε κάποια γωνιά της πλατείας μαζευόντουσαν και σε καρέκλες δικές τους, που από το σπίτι τους κουβαλούσαν,  καθόντουσαν,   για να παρακολουθούν συζύγους  και παιδιά τους που    στα πανηγύρια,  μετά την   όποια κρασοκατάνυξη,  έσερναν  το χορό  όταν ο γύφτος-τότε μόνο γύφτοι είχαν κλαρίνα- με χαρακτηριστικές μουσικές στροφές  στο κλαρίνο του έπαιζε  το «μαντίλι Καλαματιανό φορεί στον άσπρο της  λαιμό»  ή   το «στα Σάλωνα σφάζουν αρνιά, Μαρία Πενταγιώτισα».

Αλλά να και η ιστορία μας: Μια  τέτοια λοιπόν   γιορτινή μέρα   στη χωμάτινη  μικρή μας αυλή  του μικρού μας επίσης πατρικού  σπιτιού  και  κάτω από  τον βαθύ ίσκιο μιας  ήμερης μουριάς  που  έκανε θυμάμαι  μεγάλα  υπέροχα λευκά μούρα  καθόταν η γιαγιά μου ,μάνα της μάνας μου   και  κοντά της,  σε ένα μικρό πάσαλο,  ήταν δεμένη η  γαϊδουρίτσα μας η οποία   εκείνες  τις μέρες είχε γεννήσει  ένα πολύ όμορφο  γαϊδουράκι.

Κάπου εκεί στην αυλή  βρισκόμουνα και εγώ  ο πεντάχρονος η εξάχρονος μπόμπιρας  που η αδελφή  μου η Κατίνα με είχε βγάλει « ανάποδο χρόνο»  και καλά έκανε  επειδή ανάποδος ήμουνα   και   όλοι τους,  ιδιαίτερα η γιαγιά μου,  τραβούσαν   τα μαρτύριά τους  από μένα  τον ατίθασο.

Αυγά βραστά που έφτιαχναν, τηγανιτά τα ήθελα, τηγανιτά  μου τα παρουσίαζαν  βραστά τα  προτιμούσα και γοερά έκλαιγα  μέχρις ότου γίνει το δικό μου  αλλά και τότε   κάτι άλλο  ίσως  εύρισκα   για να γίνεται ντόρος   και μέχρις ότου  φάω τις χαστούκες  από τον  πατέρα μου προκειμένου  να λουφάξω για λίγο   όμως  επειδή  όταν εκείνος έφευγε  αλλοίμονο  στη γιαγιά μου,  χωρίς να εξαιρώ  και την αδελφή μου ακόμη και τη μάνα μου  που και εκείνες,   δεν τις άφηνα ήσυχες.

Κάπου λοιπόν εκεί στην αυλή και εγώ βρισκόμουνα  παίζοντας  πολλές φορές με το  νεογέννητο γαϊδουράκι  που και εκείνο  δεν το άφηνα σε ησυχία όπως και τη γιαγιά μου την οποία παρά τον βασανισμό που της  έκανα,  από  την   υπερβολική αγάπη  που για εκείνη  ένοιωθα,  δεν «ξεκόλλαγα»  από κοντά της.

Από τον κεντρικό δρόμο που  περνάει μπροστά από το πατρικό μου και τώρα σπίτι περνούσε ένα συμπαθέστατο τότε 60ντάχρονο γεροντάκι (οι 60ντάχρονοι τότε λογιζόντουσαν γέροι ενώ τώρα ανήκουν σε άλλη «συνομοταξία») είχε τα χέρια πίσω και λίγο σκυφτός  πήγαινε για το περιβόλι του από το οποίο πολλές φορές, γυρνώντας, άφηνε στη γιαγιά μου  ή στη μάνα μου και καμιά ντομάτα ή μελιτζάνα μια  που καλά γνωριζόντουσαν  με το Νεραντζάκο που χαϊδευτικά Νεράντζι   τον έλεγαν  όμως εγώ  Νεραντζάκο   θυμάμαι  πως τον  φώναζαν.


-Καλμέρα Κατηρίν.
-Καλμέρα Νεραντζάκου.
-Τι κάνις;
-Τι να κάνου,  κάθουμι.
-Α, κι  ιγω πάου  στου πιριβόλ.
-Να πας στου καλό.
Φχαριστώ Κατιρίν.
Και επειδή πρόσεξε καλύτερα την αυλή μας ξαφνιάστηκε ο, για μένα,   παππούς και:
-Α,   γένσι η  γμάρα !
-Ναι  γένσι  προυχτές.

Και ο παππούς  στρίβει δεξιά, μπαίνει  στην αυλή μας  και πάει κοντά στο  νεογέννητο  να το χαϊδέψει.
Εκείνο όμως,  σαν  ζωάκι, ξαφνιάστηκε  και  σηκώνοντας το πίσω ποδαράκι του  προσπάθησε να κλωτσήσει τον παππού και  η γιαγιά μου βλέποντας το γαϊδουράκι να σηκώνει το ποδαράκι του  και θέλοντας να προστατέψει τον παππού, που όμως δε φοβήθηκε από το μικρό ζωάκι, απευθυνόμενη στο νεογέννητο, του λέει:

-Ου μπαρπάκους, καλόμ, ου  μπαρπάκους, μη  ντουν  κλουτσάς.
Γέλασε ο Νεραντζάκος, ευχήθηκε να ζήσει το γαϊδουράκι  μας, βγήκε από την αυλή  και  τράβηξε  το  δρόμο του.

 Όμως δεν είχε πάει  πέρα από  πενήντα ίσως μέτρα  και γυρίζει πίσω  φουριόζος.
-Κατιρίν,  Κατιρίν, φωνάζει δυνατά   από το δρόμο τη γιαγιά μου  και πριν ακόμη  την δει  που καθόταν  στον ήσκιο  της γεμάτης όμορφα  λευκά μούρα, μουριάς.
-Ουρίστι, του αποκρίνεται η γιαγιά μου.

Και εκείνος  σε λίγο  στηριζόμενος  στον ξύλινο πάσαλο της αυλής μας  και από την έξω πλευρά του δρόμου, λέει  νευριασμένος  στη γιαγιά μου. 

-Δε μλες κυρά Κατιρίν (τώρα την αποκαλούσε κυρά Κατιρίν  και όχι απλά με το όνομά της)
-Δε μες  κυρά Κατιρίν ,τι τουν έχου ιγώ  του  Γάιδαρο που πλάκουσι (αλλιώς ονόμασε τη λέξη ο παππούς)  τη δκίσας τη γμάρα  κι γένσι του γαιδουράικ, ξάδιρφου τουν έχου  ή αδιρφό   κι γω    ίμι  ου μπάρπας τ’ γαϊδουριού? Δε ντρέπισι  κουτζιάμ γνέκα  να μι ουνουμάις ιμένα μπάρπα γαϊδουριού, γαϊδούρα τ’ κιαρατά.
-Γαϊδούρ ίσι κι φάινεσι   απ’ θα μπις  ιμένα γαϊδούρα  κουτζάμ άνθρουπους που σ’ ίχα κι σέβας. ( εννοούσε  ότι τον σεβόταν).

-Βρε Κατσίκα τ’ κιαρατά,  κι σι ξαναλέου  γαϊδούρα,  που μι λες  ξανά ιμένα γαϊδούρ  και  σδίνου κάθι τόσου   κι νουμάτις απ του  πιριβόλιμ, ντρουπίς.
-Ισένα ντρουπίς  κι ιγώ πουτές δε   σούιπα  να μ’δοις  ντουμάτις   και πιπιριές μουναχός πιρνάς και μδίνς   να τσπλιρόσου,  πόσου κάνουν.

-Σιγά  τσ’  δραχμές απ κάνε   3-4 ντουμάτις  έτς  τούιπα  κι του πέρνου πίσου, αλλά γιατί μι ουνάμασις μπαρμπάκου τ’ γαιδουριού, αυτό δε ντου ανέχουμι, πάρτου πίσου.
-Οχ δε ντου πέρνου  γιατί μίιπις   γαϊδούρα. Και δώς του  κλάμα η γιαγιά μου,  ενώ η γαϊδουρίστα  μας ατάραχη δίπλα της έτρωγε το σανό της με το  γαϊδουράκι να παίζει και εγώ, παρά πέρα, να τρέμω από το φόβο μου  μήπως ο «κακός»  άνθρωπος δείρει τη γιαγιά μου που τόσο  εγώ αγαπούσα και ας τη μάλωνα κιόλας.

Έκλαιγε η γιαγιά μου φώναζε με νεύρα ο παππούς, και  ο κόσμος από   διάφορα παράθυρα  γειτονικών σπιτιών  γελώντας  παρακολουθούσε  τα όσα στην αυλή μας  γινόντουσαν  και με τη μάνα μου (που είχε πεταχτεί έξω από το σπίτι μας αφήνοντας  το φαγητό να βράζει μόνο του στη φωτιά)  να προσπαθεί   να ηρεμήσει τη γιαγιά μου   που συνέχισε να κλαίει επειδή ο  άλλος παππούς την είχε αποκαλέσει  γαϊδούρα τ’  «κερατά».

Να και ο Κώστας Καραδήμας (της  φωτογραφίας που τον φωνάζαμε και Γουγάκο) παρουσιάστηκε (πολύ νεότερος φυσικά τότε με το επεισόδιο) δίπλα στο σπίτι  μας  που βρισκόταν η δική του αποθήκη με τροφές ζώων στην οποία, κάνοντας  ότι διόρθωνε  σανούς και  άχυρα,  χωρίς να μιλά   το αυτί του  το είχε στο Νεραντζάκο που  τρέμοντας από τα νεύρα του δεν έλεγε να ξεκολλήσει  το χέρι του από τον  ξύλινο πάσαλο.

Έμαθαν  τη φασαρία  ο πατέρας μου  με το μπαρμπά Γιάννη το Μακρή και τον Αντώνη  Βουρβουλάκη  (οι άλλοι δυο της φωτογραφίας-που ήταν και οι δυο  συγγενείς μας)  και από το καφενείο έτρεξαν στο σπίτι μας για να δουν τι γινόταν και μαθαίνοντας τα νέα προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τα δυο γεροντάκια που ήταν αμετάπειστα.

Με το τίποτα  είχε δημιουργηθεί μια κατάσταση  και με τις φωνές  των δυο  γερόντων ακόμη και  από άλλες  γειτονιές  αρκετός κόσμος  περνούσε μπροστά από το σπίτι( είναι κεντρικός δρόμος του χωριού) τ΄Χρίστ τ΄Καρβουνιάρ (παρατσούκλι του πατέρα μου)  δήθεν  για την Κυριακάτικη βόλτα του και χωρίς να μιλά  μάθαινε τα νέα του  εκτάκτου δελτίου  πληροφοριών ,εκείνης της εμπόλεμης ρήξης δυο καλών  γειτόνων.

Ο πατέρας μου, ο μπαρμπά Γιάννης ο Μακρής, ο Αντώνης  ο Βουρβουλάκης  και η μάνα μου  μπήκαν  μέσα στο δικό μας  Μέγαρο που δεν είχε και μεγάλη διαφορά  στην πολυτέλεια από το Μέγαρο Μαξίμου και αφού οι άνδρες  στρογγυλοκάθισαν  στις ψάθινες καρέκλες και γύρω  από  ένα τραπέζι το οποίο με τα όσα χρόνια ήταν εκεί  στο διάβα αυτών των χρόνων -αν μίλαγε- πολλά ευχάριστα μπορούσε να διηγηθεί.

Εκεί λοιπόν στο τραπέζι της σοβαρής σύσκεψης  και την ανάλογη κρασοκατάνυξη με το όποιο Κυριακάτικο νόστιμο φαγητό οι συσκεφθέντες  προσπαθούσαν να βρουν  λύση του προβλήματος   το οποίο  και στην αυλή του σπιτιού μας  άλυτο  παρέμεινε.

-Ωχ  Μαριώ   ου Κλουτσάρας ήρθι στην αυλή μας. Είπε στη μάνα μου  ο πατέρας μου  επειδή  από το τζάμι του παραθύρου είχε στην αυλή μας δει τον  Γιάννη    (Σουσώνη νομίζω  τον έλεγαν στο  επώνυμο). Όμως, επειδή  πολλά ψέματα  έλεγε,    Κλουτσάρα τον φώναζαν.

-Σι φχαριστώ πουλί Χρήστου Καρβουνιάρ απ’ θα μπις ιμένα κλουτσάρα ακούνε τον κλουτσάρα να λέει από την αυλή  και τούτο γιατί  είχε ακούσει τον πατέρα μου που τον είχε πει  κλουτσάρα, οπότε  πετάχτηκε έξω  από το σπίτι ο πατέρας μου.

-Βρε καλέμ, βρέ χρυσέμ αστεία τούιπα στη   Μαριώμ, ιγώ ξέρου ότι  ίσι καλός άνθρωπους κι δε λες ψέματα.
-Κι ιγώ άμα σι πω κλέφτ  αστεία θα στου ιπού  απ μι κλέβς συνέχεια στη γκουλτσίνα  κί στί μπρέφα για να πάρς, αφού μι κιρδίις,   του λουκούμ  να του φερς σ αυτό του αδρόστου  που  τώρα μι κτάι  μι  αγρια μάτια (αδρόστου  που τον κοίταζε με άγρια μάτια ήμουνα εγώ  που έτρωγα το κερδισμένο λουκούμι.

Αγρίεψε ο πατέρας μου (που ο κλουτσάρας τον ονόμασε  κλέφτη στα χαρτιά και μένα αδρόστου, χωρίς δηλαδή δροσιά, ενώ, για το κλέψιμο, όπως όλοι λέγανε  όταν έπαιζε χαρτιά  ή πρέφα  τους έκλεβε συνέχεια)  και του έβαλε τις φωνές οπότε πετάχτηκε έξω ου «δκόζουμ  μπάρπας  ου Μακρής», εκείνος ο δίμετρος καλός άνθρωπος,  που βρισκόταν ακόμη μέσα στο Μέγαρο Μαξίμου  και προφανώς ρουφούσε το κρασάκι του   και ένα,  ένα τους άρπαξε  όλους και  τους έμπασε  μέσα στο «απαστράπτων»  από « χλιδή»  σπίτι μας  που είχε  όχι μόνο  τσίγκινα πιάτα  αλλά και ξύλινα κουτάλια.

Και  όλοι τους  στη συνέχεια μέθυσαν και  ξανά τα βρήκαν   με τις   εκατέρωθεν δοθείσες  εξηγήσεις από  γιαγιά μου ,  Νερατζάκο,   Κλουτσάρα που ελιές  έτρωγε λαγό στους άλλους  έλεγε ότι έφαγε ( τέτοια δηλαδή  ψέματα  τους αράδιαζε  και κλουτσάρα  κρυφά τον φώναζαν:

Και αφού  λύθηκαν  οι  παρεξηγήσεις  χωρίς να « ανοίξει μύτη»  έκλεισαν και τα παράθυρά τους οι  κουτσομπόλες  της γειτονιάς  που και αυτές, ιδιαίτερα τότε,  δεν έλειπαν  από κανένα χωριό.

Όμορφος κόσμος, αθώος κόσμος, άκακος κόσμος, που με το παραμικρό μπορούσαν να παρεξηγηθούν αλλά  και με το τίποτα  να δημιουργήσουν μια όμορφη ατμόσφαιρα  και με ψωμί και ελιές  να στήνουν  χορό  και με τις ώρες να γλεντούν.