Χαζήες, Χαζήαινες και χαζίτζια

Γράφει ο Γιάννης Αντ. Χειλάς, Δάσκαλος, Υπεύθυνος Ναυτικού Μουσείου Καλύμνου
στο kalymnos-news.gr

«… κύμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης, αιγιαλώ μεγάλω βρέμεται, σμαραγεί τε πόντος»
Ιλ. Β΄209 – 210


(… το κύμα της πολυφλοίσβητης – πολυκύματης  θάλασσας  βογκάει στον αμμουδερό  γιαλό του Καντουνιού  με δυνατό Ζέφυρο – Πουνέντη – Προβέζα και ανοιχτά μουγκρίζει το ανταριασμένο  πέλαγος του Λεβέτθου και της Αστροπαλιάς)     

Να’ μαστε πάλι εδώ, πλάι στην θάλασσα, την άκρη άκρη περπατώντας του «πολυφλοίσβητου»  – πολυτάραχου γιαλού του Καντουνιού στον Πάνορμο Καλύμνου, που σπάνια κυματοκαταλαγιάζει,
Σαν είναι να βγω για ψάρεμα, την επομένη,  κατεβαίνω στο γιαλό, να καρατάρω  τον καιρό απ’ τα σημάδια που  η πολύπειρη γνώση των παλιών θαλασσινών με δίδαξε,  όπως από  το χρώμα του ορίζοντα στου ήλιου το κατέβασμα,  από της θάλασσας τα «νεύρα»  (ρέματα, ρεστία, φουσκοθαλασσά, αντιμάμαλλο), από την παστρικότητα ή τη θολούρα του βυθού, από το πέταγμα των γλάρων, από του φεγγαριού το γέμισμα κ.α..

Νά ’σου όμως και πάλι μπρος μου ένα καλό συναπάντημα με παλιόφιλο θαλασσινό, τη  «Σακχολέβα». Παρά  την ηλικία του, δεν το έβαζε κάτω. Γεροδεμένος και ψημένος σφουγγαράς, ρεβερετζής, (κλούμπησε και βούτηξε γιαλό γιαλό όλες τις κουστέρες των νησιών της Ελλάδας), όποτε εύρισκε καλοσύνη έπαιρνε τα σύνεργά του (ψαροτούφεκο, μουτσούνα κ.α.) και πήγαινε  στο γιαλό,  για νά ‘ναι κοντά στο «στοιχείο» του τη θάλασσα. Να κάμει μια βουτιά, μια ρία!

Το «Σακχολέβα» ήταν οικογενειακό παρανόμι που  το κληρονόμησε από τον πάππου του. Λένε πως, σαν εκείνος ήταν καπετάνιος, έραβε τα πιο καλύτερα πανιά τύπου σακχολέβας και το τρεχαντήρι του, « σακχολεβί»,  έσχιζε τη θάλασσα σαν δέλφινας. Άλλοι πάλι λένε  ότι,  σα γνήσιος παλιός Μικρασιάτης – Πετρουμιανός που ήταν, φορούσε μέχρι το θάνατό του την παραδοσιακή φορεσιά με τη φαρδιά βράκα, η οποία  στον αγέρα που  φουσάνιζε (φυσούσε δυνατά και ανασηκωνόταν) – φούσκωνε και σακχούλωνε σαν πανί καϊκιού.

Χάρηκα σαν τον είδα. Κάθε φορά που τον συναντώ έρχεται στη θύμησή μου, όλος ο Κόσμος της Ανατολής και της προσφυγιάς, οι Αλικαρνασσείς – τα   «Πετρούμια» που τους ξερίζωσαν με φωτιά  και μαχαίρι από την ευλογημένη Γη των πατεράδων τους και πρόσφυγες ήρθαν και έκαμαν νέες  ρίζες στο νησί μας. Μελισσάκια στη δουλειά, νοικοκυραίοι και μυαλωμένοι στέριωσαν   έκαμαν τις νέες τους φαμίλιες  πρόκοψαν, έχοντας όμως πάντα μέσα τους τις προγονικές μνήμες και το σαράκι της προσφυγιάς για τις αλησμόνητες πατρίδες!
Η Σακχολέβα»  μας είναι ένας «παράξενος»-ιδιόρρυθμος τύπος, γι αυτούς που δεν τον γνωρίζουν  καλά.

Βαρύς κι ασήκωτος. Λιγομίλητος, δε λέει πολλά αν και  μέσα του κλείνει τη σοφία του ελληνισμού που γεννήθηκε και μεγαλούργησε στις «αμμουδιές του Ομήρου», στ’ ακρογιάλια της ονειρεμένης Ανατολής, Λεβέντης και μπεσαλής, στα νταλαβέρια του  «πάντα αγοράζει, δεν πουλάει» και … για να πάρεις απ’ αυτόν, να σου δώσει  δηλαδή, πρέπει να αποκτήσεις την εμπιστοσύνη του. Νιώθω χαρά που τον έχω φίλο και τιμή που με εμπιστεύεται και μου ανοίγει την καρδιά  του.    

Μου διηγείται – τον «ψαρεύω» και γω βέβαια – τα τόσα και τόσα που έμαθε μεγαλωμένος και θρεμμένος από τους γονιούς του με τις ανατολίτικες «συνήθειες» Είναι  ένας θησαυρός γνώσεων,  άγνωστων στους  γραμματιζούμενους και …που δεν τις βρίσκεις ούτε σε βιβλία! Χαίρεται όμως και ’κείνος γιατί καταλαβαίνει ότι, τα όσα μου εκμυστηρεύεται θα γραφτούν και θα μείνουν. – «Να τα μάθουν οι νέοι, μπας και νοήσουν»!

Η «Σακχολέβα» ερχόταν από το δύσβατο μονοπάτι που οδηγεί στο ξωκλήσι τ’ Αη – Φώτη και ως τ’ άγρια μενόρια και  τα κακοτράχαλα βράχια του Κάβο Τράχηλα. Κρατούσε στον ώμο του, σαν στάμνα νερού που κουβαλούν οι κοπελιές, ένα σακί αλάτι και στο νευρώδες μπράτσο  του είχε περασμένο ένα περίτεχνα πλεγμένο  μεγαλούτσικο καλάθι. Αναγνώρισα το μάστορη που τό  ’φτιαξε. Ήταν ο Γιάννης Μίχας, ο Πουλάς  ’που την Τέλεντο. «Χρυσοχέρης» στις κατασκευές, μου  χάρισε και σε μένα ένα για το συκολό(γ)ημα) ·  δώρο φιλίας!

Χαιρετιστήκαμε ανοιχτόκαρδα, ξεπόζεψε το φορτίο του και καθίσαμε στ’ αγκωνάρια του τοίχου αντιστήριξης κάτω από την εκκλησιά τ’ Άη – Θανάση.

– Σήμερα, δάσκαλε, άρχισε να μου εξομολογείται η «Σακχολέβα», πέρασα μια έμορφη μέρα. Απ’ τα χαράματα πάνω στο βουνί μάζεψα τη θρύμπη μου, κατηφόρισα στο ξωκλήσι τ’ Αη – Φώτη άναψα τα καντήλια, θύμιασα το πέλαγος, ήπια δροσερό νεράκι από τη στέρνα του και σαν ψήλωσε ο ήλιος κατέβηκα στη θάλασσα, μάζεψα από τις αλατσόγουρνες θαλασσινό  αλάτι που γλυκίζει το φαΐ, πεταλίες και κοτσύλια. Ήταν και καλοσύνη  κι έκαμα μια ρία (βουτιά) για κανένα χταπόι. Έπιασα ένα καλούτσικο. Βγήκε ο μεζές!

– Και τούτο το σφουγγάρι  ο «χαζής» που κρατάς τι το θέλεις; το ρώτησα.

– Το βρήκα σε μια χαραμά(δα) στη ρέστα τ’ Άη – Φώτη να ρέμπεται και το μάζεψα. Το βλέπεις πού ‘ναι πηγμένο στο νάμμο. Ό,τι το καλύτερο για να τρίψω και να καθαρίσω τα βρεχάμενα (ύφαλα) της βάρκας μου. Να φύγει η τρυγόνα. Και συνέχισε:

– Δάσκαλε, πιστεύω πως ξέρεις για τους χαζήες, αλλά μια και βρεθήκαμε και τό ’φερε ο λόγος, άκουμε μένα και γράψτα όπως στα λέω, από πρώτο χέρι!

– «Χαζήες, λέμε όλους εκείνους τους πιστούς που επισκέπτονται για να προσκυνήσουν τους Αγίους τόπους,  όπου έζησε και μαρτύρησε ο Χριστός και βαπτίζονται στ’ αγιασμένα νάματα (νερά) του Ιορδάνη ποταμού. Εμένα η μάνα μου έγινε δυο φορές χαζήαινα. Τη μια σαν ζούσαν στην Ανατολή, στο Πετρούμι. Κοπελούδα ήταν τότε που την πήρε η παλιά (γιαγιά) της και πήγανε στα Ιεροσόλυμα και την άλλη στα χρόνια του πόλεμου,  όταν ήταν πρόσφυγες (1943) κάτω στη Γάζα της Παλαιστίνης. Μαζί, στα χρόνια της προσφυγιάς,  πήγαν και πολλοί άλλοι Καλύμνιοι και έγιναν χαζήες. 

Από τότες ήταν που πήρε και το χαρακτηρισμό Χατζήαινα. κι όλοι στη γειτονιά τη φώναζαν  «Μαρζά η Χατζήαινα». Μια άλλη γειτόνισσά μας, ‘που τον Άη- Στέφανο ηλέγαν την «Χαζηενιά» και ως τα σήμερα όλη η φαμίλια – γενιά της λέγονται « τα Χαζηενιά και οι Χαζηενιές». 

Αλλά και πολλοί Έλληνες Μικρασιάτες που έγιναν Χαζήες, το «χαζή»  το  κόλλησαν μπρος από το όνομά τους και τό ‘καμαν και επώνυμό – επίθετό τους, όπως Χατζηιωάννου, Χατζημιχάλης, Παπαχατζής και άλλα τόσα. Ούλοι τους ένιωθαν περήφανοι, μες στην Τουρκιά, που έφεραν το όνομα χαζής και που ξεχώριζαν σαν καλοί Χριστιανοί.

Ευχή της Ελληνίδας Μικρασιάτισσας, αλλά  της χριστιανής Καλυμνιάς μάνας στα παιδιά της ήταν:
– «Να μεγαλώσετε και ν’ αξιωθείτε να γίνεται Χαζήες», Έρχονται όμως φορές, που παρά την καλή ανατροφή της – η Καλυμνιά είναι καλομάνα και θυσιάζεται για τα παιδιά της –  βαρυγκωμά κάτω από το βάρος των δυσκολιών που αντιμετωπίζει μονασή της (ο άντρας  έλειπε όλο  στο σφουγγάρι ή στη ξενιτιά), ξεσπά την κούρασή της, την αγανάκτησή της με βαριές και φρικτές  κατάρες, που ’κείνη τη στιγμή βέβαια δεν τις εννοεί. Σαν όμως αντιληφθεί ότι ο λόγος της πάει για κατάρα το γυρίζει σε ευχή.

– «Α, που να σε (δ)ω … χαζήαινα,  Θεμελίνα. Ήπριξες τη φουκή (συκωτοφλέμονα) μου,  ’που την αφουκρασσά (ανυπακοή)  σου!»

Πήρε ανάσα η «Σακχολέβα και συνέχισε:
– «Τώρα θα μιλήσουμε για το σφουγγάρι, το  χαζή. Αυτό γίνεται από τα άλλα είδη των σφουγγαριών. Μπορεί από καπάδικο, από  μελάθι (φίνο), από  μανταπά κ.α  Όπως είναι ριχοφυτεμένο, σαν κανονικό σφουγγάρι στην αρχή, σε «τούμπες» (αμμώδεις περιοχές με φυκιάδες) ή σε τόπο που δεν έχει πιάσιμο να ριζώσει και να στερεωθεί, ξεπατώνεται ’που τα θαλάσσια ρέματα, ιδίως της δυνατής προβέζας και αρχίζει να παρασέρνεται στο βυθό. Καθώς κουπφοκυλιέται στο πάτο, πάνω στον άμμο ή σε χαλίκια, η μαύρη  πέτσα του  φθείρεται φεύγει, λεπταίνει, λες και το ξούρισαν με ξουράφι. Στο κύλισμά του στρογγυλαίνει, γίνεται ένα βολάρι σκληρό και η σάρκα του εμποτίζεται από νάμμο.

Επίσης πολλά σφουγγάρια που τα ξεπατώνει – ξεριζώνει το δίχτυ της καγκάβας, αλλά ξεφεύγουν από το σάκο της, δεν ξαναριζώνουν πια και γίνονται χαζήες, περιπλανώμενοι στη δύνη των ρεμάτων. Όλοι αυτοί οι χαζήες, παρασυρόμενοι καταλήγουν σε λακκούβες ή σε κάποια γωνιά του βυθού. Οι σφουγγαράδες σαν τους εύρισκαν έτσι πολλούς μαζεμένους, τους έριχναν ανόρεκτα στην απόχη τους,  γιατί η εμπορική αξία τους ήταν μηδαμινή. Κατατάσσονται στα σκάρτα και τα έδιναν πεσκέσι στους σφουγγαροεμπόρους. Αυτοί όμως τα μοσχοπουλούσαν στις Ευρώπες. Μ’ αυτά, επειδή κρατούσαν μέσα τους το νάμμο,  καθάριζαν τα κουζινικά τους και τους τοίχους των κτηρίων τους,  που τους λέρωναν οι  καπνιές των  φουγάρων από τα εργοστάσια και τα τζάκια τους.

Επειδή οι χατζήες είχαν μεγάλη κίνηση, και δεν έφταναν για τις ανάγκες τους,  οι σφουγγαροέμποροι έφτιαχναν τεχνικούς. Έπαιρναν σκάρτα σφουγγάρια και τα εμπότιζαν μες σε βούτθες που είχαν διαλύσει λεπτό νάμμο. Αυτά είναι τα  « αμμουδιασμένα»  σφουγγάρια.

Οι χαζήες όμως  ήταν χρήσιμοι και στους σφουγγαράδες. Στα πολύμηνα σφουγγαράδικα ταξίδια τους στην Μπαρμπαριά, τα βαρέλια – οι μπαϊζάνοι που αποθήκευαν το νερό σκούριαζαν και το νερό βρώμιζε. Έτσι έριχναν μέσα στο βαρέλι ένα -δυο χαζήες και αυτοί λειτουργούσαν σαν φίλτρο καθαρισμού. Μάζευαν όλη τη σκουριά.»

– Και γιατί αυτά τα σφουγγάρια τα ονομάτισαν χαζήες; ρώτησα τη «Σακχολέβα»;
Είχε έτοιμη την απάντησή του. Πραγματικά με ξάφνιασε το φωτεινό μυαλό του!

– « Το νερό, για  τους σφουγγαράδες ήταν «αγίασμα», σαν τα αγιασμένα  νερά του Ιορδάνη ποταμού. Επειδή αυτά τα σφουγγάρια τα βουλούσασι στα νεροβάρελα, όπως βουλιούνται – βαφτίζονται οι πιστοί και γίνονται Χαζήες έτσι και αυτό πήρε το όνομα χαζής»

Η «Σακχολέβα» σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει τα σύνεργά του. Τον σταμάτησα.
– Ε, που πας, κάτι ξεχάσαμε  για τους Χαζήες. Τα «χαζίτζια» που τα άφησες;
Χαμογέλασε μεγαλόκαρδα. Η ματιά του γέμισε από παιδικές εικόνες;

–  « Βέβαια, τα χαζίτζια! Κείνο το παιδικό παιχνίδι που παίζαμε στο γιαλό, σαν κλουμπούσαμε, όπου προσπαθούσαμε να βουλιάξουμε, να  πατώσουμε, μέχρι τον πάτο,  ο ένας τον άλλο.  Τθυμούμε που ένας φίλος μου ήκαμέ με ένα χαζί κι ηκόντεψε να με πνίξει. Ηβγάλαμε έξω σσυλοπνημένο!»

Η Σακχολέβα με κοίταξε αινιγματικά.
– Δάσκαλε, με  «ψαρεύεις» καλά, αλλά ξεχνάς ότι αντέχω. Είμαι μαζαρολάς και μένω πολύ ώρα στο βυθό! 

Γράψε λοιπόν κι αυτά που μού ‘ρθασι  τώρα στο νου, για τους χαζήες.:
– « Χαζήδες δεν γινόταν μόνο οι Χριστιανοί προσκυνητές των αγίων τόπων, αλλά και οι Μουσουλμάνοι. Αυτοί, οι Hagi ( Χάτζι)  πηγαίνουν να προσκυνήσουν  στα ιερά μέρη του προφήτη τους Μωάμεθ, στη Μεδίνα και στη Μέκκα. Και πρέπει να ξέρεις πως, σαν γίνουν Χάτζι, (Hatcios) τιμούν το προσωνύμιο που παίρνουν και ζουν έντιμα, χωρίς να κάνουν πράξεις που να προσβάλουν τη θρησκεία τους!

– « Μουσουλμάνο έγινε Hagi, βλέπει ζυγαριά  και παζάρι και (απο)φεύγει...!» μού ’λεγε γνωστός μου Μουσουλμάνος που βαπτίσθη(κε) και έγινε Χριστιανός.

Και τελειώνω με τους Χαζήες μ’ ένα παληθινό περιστατικό.
– «Στο νησί μας είχαμε παλιά ένα μεγαλέμπορα. Οβραίος – τσιφούτθης, τοκογλύφος και μεγάλος εκμεταλευτής. Μάζευε τις λίρες και τις έκανε μασούρια! Ήταν εντάξει  όμως και με τις θρησκευτικές υποχρεώσεις του.

Τας προσευχάς του έκανε, πήγαινε στις εκκλησιές, θύμιαζε και λιβάνιζε κάθε πρωί που άνοιγε το μαγαζί του, ήταν και επίτροπος, νομίζω, σε παγκάρι. Τα ταίριαζε με τον εαυτό του. Τά ‘χε καλά και με το Θεό και με το μαμωνά. Έπεφτε και κοιμόταν με ήσυχη τη συνείδησή  του! Είχε όμως και τη μεγάλη επιθυμία να πάει στους Αγίους Τόπους και να γίνει Χαζής. Έβαλε και του έραψαν και την άσπρη πουκαμίσα του βαπτίσματος! Τελικά τα κατάφερε. Δύσκολοι καιροί τότες για μακρινά ταξίδια!

Αφού έκαμε πράξη το όνειρο της ζωής του, στην επιστροφή του, σκέφτηκε εμπορικά· να βγάλει τα έξοδά του! Ψούνισε, για να τα εμπορευτεί,  χαμαελιά, (χαϊμαλιά) λιβάνια, σταυρουδάκια, από το τίμιο ξύλο του Σταυρού, (έτσι έλεγε πως ήταν) κι άλλα θρησκευτικά αναθήματα. Γέμισε και μια νταμιτζάνα με νερό του Ιορδάνη και σαν ήρθε στο νησί άρχισε το πουλά με το σταγονόμετρο, μες σε μικρά μπουκαλάκια της ένεσης πενικιλίνης.

Οι Καλυμνιές τ’ αγόραζαν σαν αγίασμα. Το έβαζαν στο εικονοστάσι,  στα πονεμένα μάτια, στ’ αυτιά για γιατρικό, για εξορκισμούς κ.α. Η νταμιτζάνα όμως άδειαζε αλλά ξαναγέμιζε με νεράκι του θεού και οι εισπράξεις αβγάτιζαν. Ένα πρωινό που ο «ευσεβής» έμπορας, περνούσε από τον καφενέ, ένας πελάτης τον ρώτησε, τάχα από ενδιαφέρον.

– «Ρε Γιώργη, έχεις ‘κόμα  ’πό κείνο το νερό πού ‘ φερες από τον Ιορδάνη;
– Ας είναι καλά η χάρις του Θεού που αγιάζει το νεράκι. Το ίδιο δε γίνεται με τον αγιασμό;  

Καθώς αυτός  απομακρυνόταν, ακούστηκε από κάποιον, ειρωνικά:
– Ρε σεις, όπως και να το κάμεις, «Ο διάολος και χαζής που έγινε, πάλι διάολος υπόμεινε!»
Όπως, φαντάζομαι,  θα γέλασαν οι θαμώνες,  έτσι γελάσαμε και μείς με την ψυχή μας!  Ήταν όμως καιρός να αποχωριστούμε.

– Να σαι καλά Πετρούμι «Σακχολέβα»! Καταπώς μου τά ’πες θα τα γράψω. Έκανα καλή «καλάδα» σήμερα, πριν …βγω για ψάρεμα!
 

Σφουγγαροκάικο, τρεχαντήρι «σακχολεβί», με ιστιοφορία – πανιά τύπου σακχολέβας
Σφουγγαροκάικο, τρεχαντήρι «σακχολεβί», με ιστιοφορία – πανιά τύπου σακχολέβας

 

Ο Αη –  Θανάσης στην άκρη – καντούνι της παραλίας του Καντουνιού στον Πάνορμο και το μονοπάτι που οδηγεί στο γραφικό ξωκλήσι τ’ Αη – Φώτη
Ο Αη – Θανάσης στην άκρη – καντούνι της παραλίας του Καντουνιού στον Πάνορμο και το μονοπάτι που οδηγεί στο γραφικό ξωκλήσι τ’ Αη – Φώτη

 

Το γραφικό ξωκλήσι τ’ Αη – Φώτη, κτισμένο – στεριωμένο στην πλάτη απότομων γρανιτένιων  βράχων, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Φροντισμένο και προστατευμένο από την λατρευτική αγάπη πλήθους πιστών και ιδιαίτερα νέων,  που το επισκέπτονται  τακτικά για να «συλλειτουργήσουν» με τη Φύση, να λειτουργηθούν σε κατανυκτικούς εσπερινούς, να βιώσουν παραδοσιακά νησιώτικα πανηγύρια  και να  ξεκουραστούν «ψυχικά», στις δροσερές αυλές του, κάτω απ’ τον ίσκιο της πλατύφυλλης συκαμινιάς με θέα μαγευτικά ηλιοβασιλέματα. Ίσως, μες στην άπνευστη γαλήνη,  κάποιοι  αλαφροΐσκιωτοι να ανιχνεύουν  κάτω απ’ τα κοφτά νερά, την απαστράπτουσα  θάλασσα, μπας και αναδυθεί το καράβι που πέτρωσε και βούλιαξε ο Άη – Φώτης, όπως εξιστορεί ο θρύλος, σαν οι άπιστοι ναυτιλλόμενοι Αγαρηνοί ανέβηκαν να  βγάλουν τα μάτια της εικόνας του, ενώ ή θεία περέμβασή του τους είχε  γλυτώσει από φοβερή τρικυμία, που τους βρήκε καθώς περνούσαν τον κάβο Τράχηλα.
Το γραφικό ξωκλήσι τ’ Αη – Φώτη, κτισμένο – στεριωμένο στην πλάτη απότομων γρανιτένιων βράχων, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Φροντισμένο και προστατευμένο από την λατρευτική αγάπη πλήθους πιστών και ιδιαίτερα νέων, που το επισκέπτονται τακτικά για να «συλλειτουργήσουν» με τη Φύση, να λειτουργηθούν σε κατανυκτικούς εσπερινούς, να βιώσουν παραδοσιακά νησιώτικα πανηγύρια και να ξεκουραστούν «ψυχικά», στις δροσερές αυλές του, κάτω απ’ τον ίσκιο της πλατύφυλλης συκαμινιάς με θέα μαγευτικά ηλιοβασιλέματα. Ίσως, μες στην άπνευστη γαλήνη, κάποιοι αλαφροΐσκιωτοι να ανιχνεύουν κάτω απ’ τα κοφτά νερά, την απαστράπτουσα θάλασσα, μπας και αναδυθεί το καράβι που πέτρωσε και βούλιαξε ο Άη – Φώτης, όπως εξιστορεί ο θρύλος, σαν οι άπιστοι ναυτιλλόμενοι Αγαρηνοί ανέβηκαν να βγάλουν τα μάτια της εικόνας του, ενώ ή θεία περέμβασή του τους είχε γλυτώσει από φοβερή τρικυμία, που τους βρήκε καθώς περνούσαν τον κάβο Τράχηλα.