Λεξιστορείν: Νυστάζεις;

Το ρήμα νυστάζω σημαίνει «αισθάνομαι διάθεση να κοιμηθώ, κυριεύομαι από επιθυμία ύπνου».

Η λέξη αποτελεί εξέλιξη του ρήματος νευστάζω =  κλίνω το κεφάλι προς τα εμπρός και κάτω που είναι παράγωγο του ρήματος νεύω = σκύβω ελαφρά.