Λεξιστορείν: Eυτυχώς γλύτωσα!

Το ρήμα γλυτώνω σημαίνει απαλλάσσομαι από κάτι που με απειλεί, λυτρώνομαι από κάποιο μεγάλο κίνδυνο. Ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα εκλυτώνω ( με αποβολή του «ε» και τροπή του «κ» σε «γ»  ) και το επίθετο έκλυτος = ο λυμένος , αυτός που έχει απελευθερωθεί.
 Σύμφωνα με αυτή την ετυμολογία, όταν γλυτώνουμε, ουσιαστικά απελευθερωνόμαστε από μια απειλή ή ένα κίνδυνο.