Πρώτοι στο χωριό ή στην πόλη;

Γράφει ο 
Θάνος Ζέλκας

Έχετε δει ποτέ κάποιον γεωργό να ζητά δημόσιο έπαινο επειδή καρποφόρησαν τα φυτά του; Κάποιον κτηνοτρόφο επειδή οδήγησε με επιτυχία τα ζώα του στο μαντρί του; Κάποιον ψαρά επειδή έπιασε μια καλή ψαριά; Κάποιον δάσκαλο επειδή έμαθε στους μαθητές του ανάγνωση; Κάποιον πιλότο επειδή προσγείωσε ένα αεροπλάνο με ασφάλεια; Κάποιον καπετάνιο επειδή κατέπλευσε με το πλοίο του στο λιμάνι;

Όλοι αυτοί θα είχαν παραπάνω από έναν λόγους να επαίρονται για τη δουλειά τους. Παρόλ’ αυτά κανένας δεν το κάνει. Οι περισσότεροι εξ αυτών αντιμετωπίζουν με υπευθυνότητα τον ρόλο τους και θεωρούν καθήκον να φέρουν εις πέρας αυτό το οποίο επέλεξαν να κάνουν για τα προς το ζην.


Οι μόνοι που ζητούν τον έπαινο για οτιδήποτε κάνουν, ακόμα και για τα αυτονόητα, είναι οι πολιτικοί. Καθαρίζουν μια πλατεία; Ζητούν επιβράβευση. Φτιάχνουν ένα σχολείο; Απαιτούν καθολική αναγνώριση μέσα από τη δημοσιότητα. Διοργανώνουν με επιτυχία ένα σημαντικό γεγονός; Εκεί πια θεωρούν ότι οι πάντες τους οφείλουν την ύπαρξή τους.
Ίσως η έννοια της προσφοράς έχει αποκτήσει πλέον μια διαφορετική σημασία. Μακριά από τον αλτρουισμό και από τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα. Μια σημασία εντελώς αντίθετη από τον αρχικό της σκοπό. Διότι προσφορά που απαιτεί δημοσιότητα και αναγνώριση, παύει να είναι προσφορά. Τείνει να είναι μια ιδιόμορφη συναλλαγή, όπου το αυτονόητο παρουσιάζεται ως ύψιστο αγαθό που οι πολίτες θα πρέπει να εκλάβουν με την ευλάβεια της Θείας Κοινωνίας.


Λαμβάνοντας κάποιος το ρόλο του συνηγόρου του διαβόλου, θα μπορούσε να επικαλεστεί ότι η επιβράβευση των πολιτικών είναι η αναγνώριση του έργου τους. Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να αναγνωριστεί αλλιώς αν κάποιος δεν το προβάλει; Και πάλι όμως η εκούσια προβολή ή η αυθόρμητη αναγνώριση απέχει έτη φωτός από τη μεθοδευμένη επικοινωνιακή στρατηγική. 


Έχοντας στο μυαλό το παράδειγμα των Εθνικών Ευεργετών, που ευτυχώς για τη χώρα ήταν αρκετοί στα πέτρινα χρόνια, δεν τίθεται καν σύγκριση του έργου που άφησαν με αυτό που παρουσιάζεται ως έργο των σύγχρονων “εθνοσωτήρων”.


 Κάποιοι από τους Ευεργέτες εκποίησαν όλη τους την περιουσία για να χτιστούν νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια, ιδρύματα. 


Στον αντίποδα, οι σύγχρονοι δημόσιοι λειτουργοί διαχειρίζονται πόρους που παρέχονται από τους πολίτες για να κάνουν έργα. Γιατί λοιπόν οι σύγχρονοι απαιτούν περισσότερη αναγνώριση από εκείνους που πραγματικά έδρασαν ανιδιοτελώς για το Έθνος χωρίς καν να τίθεται καν σύγκριση του έργου τους;
Ίσως έχουμε χάσει όλοι την πυξίδα μας μέσα σε μια εποχή που σχεδόν αδιαφορεί για την ουσία και επικεντρώνεται στην επικοινωνία. 


Αν κάποιος μπορεί να παρουσιάσει ακόμα και την ελάχιστη δράση του ως μέγιστο επίτευγμα και έχει ένα “μηχανισμό” να το αναπαράγει σε σημείο πλύσης εγκεφάλου, τότε από ένα σημείο και μετά καταγράφεται στην κοινή γνώμη ως “μεγάλο κεφάλαιο” για τη χώρα. 


Χωρίς μηδενιστική και ισοπεδωτική διάθεση, καλό θα ήταν κάποια στιγμή να επανεξετάσουμε τα κριτήρια αξιολόγησης για κάθε τομέα. Αν ο πήχης είναι χαμηλά, όσες δάφνες κι αν ανταλλάζουμε μεταξύ μας είναι αδιάφορες σε σχέση με αυτό που γίνεται στο ευρύτερο περιβάλλον. Εκτός κι αν βολευόμαστε με αυτό που πολύ σοφά λέει ο λαός μας ότι είναι καλύτερα να είναι κάποιος πρώτος στο χωριό του παρά δεύτερος στην πόλη.
Οι προκλήσεις σ’ έναν κόσμο που συνεχώς αλλάζει είναι τεράστιες. Είναι στο χέρι και στη διάθεση όλων εκείνων που αποζητούν την υστεροφημία τους μέσα από την προσφορά στο δημόσιο βίο να “σηκώσουν το γάντι” και να τις κυνηγήσουν. 


Αν όντως μέσα από μια τέτοια πορεία κατορθώσουν κάτι πραγματικά αξιόλογο, τότε ναι αξίζουν μια καθολική αναγνώριση. 


Σε κάθε άλλη περίπτωση η ιστορία απλώς θα τους προσπεράσει θεωρώντας δίκαια ότι δεν έκαναν τίποτα περισσότερο απ’ αυτό για το οποίο τους τοποθέτησε ο λαός εκεί που τους τοποθέτησε. Να τον υπηρετούν. ­