Δημήτρης Κρεμαστινός: Όσα δεν είπε ποτέ ο Αντώνης Λιβάνης

Άρθρο του Δημήτρη  Κρεμαστινού, στα «ΝΕΑ»

Ο Αντώνης Λιβάνης υπήρξε μεγάλη προσωπικότητα, από αυτές τις σπάνιες που γνωρίσαμε στον πολιτικό βίο της χώρας. Ο άνθρωπος του μέτρου, της λογικής και της πολιτικής σοφίας.

Υπηρέτησε από νεανικής ηλικίας τις ιδέες του προσηλωμένος στην πατρίδα και στη δημοκρατία. Δεν είναι τυχαίο ότι από νεανικής ηλικίας είχε καταδικαστεί σε θάνατο από τα ναζιστικά δικαστήρια και ευτυχώς δεν εκτελέστηκε.

Και τούτο γιατί θα εστερείτο η χώρα μιας ιδιαίτερης πολιτικής προσωπικότητας, ενός ασυμβίβαστου ανθρώπου που ποτέ δεν έγινε όργανο των επαγγελματιών κομματικών παραγόντων. Ποτέ δεν πρόδωσε τον στενό του φίλο Ανδρέα Παπανδρέου.

Πολλές φορές υποστηρίζοντας τις ιδέες του ήρθε σε ρήξη μαζί του, αλλά πάντα μέχρι το τέλος ο Ανδρέας έλεγε ότι ήταν ο στενότερός του φίλος και ο πιστός συμπαραστάτης του σε όλους τους αγώνες υπέρ της δημοκρατίας. Είχε την ικανότητα με τα επιχειρήματά του να πείθει πολλές φορές προς τη σωστή κατεύθυνση ακόμα και τον ίδιο τον Ανδρέα.

Ήταν ο άνθρωπος που διατηρούσε άριστες σχέσεις με τους στενούς συνεργάτες του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι μεγάλες συγκρούσεις μεταξύ του Ανδρέα Παπανδρέου και των πολιτικών ηγετών της συντηρητικής παράταξης. Ένας άνθρωπος, ο οποίος φυλακίστηκε και εξορίστηκε επί πεντέμισι χρόνια θέτοντας σε κίνδυνο ακόμα και την οικογένειά του, την οποία υπεραγαπούσε, προκειμένου να υπηρετήσει τις ιδέες του.

Δεν ήταν ένας τυχαίος άνθρωπος. Ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος με ιδιόμορφη πολιτική συμπεριφορά. Ακόμα και οι στενότεροί του φίλοι ήταν αδύνατον να του αποσπάσουν αφηγήσεις για τον ρόλο του στα μεγάλα γεγονότα του τόπου.

Για μένα είναι αδύνατον να αφηγηθώ εκείνα, τα οποία ο ίδιος δεν θέλησε να γράψει και να αφήσει πίσω του για την Ιστορία. Όταν οι φίλοι και οι γνωστοί του έλεγαν ότι κάτι πρέπει να γράψει,  αυτός έλεγε «όλα θα τα πάρω μαζί μου» γιατί πίστευε ότι ήταν απόρρητα και δεν είχε το δικαίωμα να τα δώσει στην Ιστορία, αφού οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές των γεγονότων δεν τα έδωσαν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ και ο ρόλος του Ανδρέα Παπανδρέου σε αυτήν που τελικά οδήγησε σε μια σειρά γεγονότων με κατάληξη τη στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου.

Η διένεξη του τότε πρωθυπουργού Γεώργιου Παπανδρέου με τον τότε βασιλέα Κωνσταντίνο ήταν η αιτία της πτώσης της κυβερνήσεως της Ενωσης Κέντρου και της συγκρότησης σειράς κυβερνήσεων, οι οποίες οδήγησαν πρακτικά σε διάλυση του κράτους και επέτρεψαν στους πραξικοπηματίες αξιωματικούς να καταλάβουν την εξουσία.

Ο Αντώνης Λιβάνης εγνώριζε τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία δυστυχώς δεν έχουν καταγραφεί στην ελληνική Ιστορία.

Προσωπικά εγνώρισα τον Αντώνη Λιβάνη από τότε που ανέλαβα την ιατρική ευθύνη του τότε πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, δηλαδή από το 1988. Έκτοτε είχα την ευκαιρία να αναγνωρίσω τη σοβαρότητα του ανθρώπου αλλά και την υπευθυνότητά του στη λήψη καίριων αποφάσεων που αφορούσαν όχι μόνο την πολιτική αλλά και αυτή τη ζωή του Ανδρέα. Τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής του Ανδρέα, που ήταν χρόνια αλλεπάλληλων δοκιμασιών της υγείας του, ήταν αδύνατον χωρίς τη στήριξη του Αντώνη Λιβάνη να κυβερνηθεί η χώρα.

Υπήρξαν στιγμές που ουσιαστικά ο Αντώνης Λιβάνης ήτνα ο πρωθυπουργός της χώρας και είχα την ευκαιρία να χειριστώ μαζί του σοβαρότατα θέματα, όπως η παραίτηση του Ανδρέα Παπανδρέου και η στήριξη της κυβερνήσεως του Κώστα Σημίτη, που χωρίς τη δική του παρέμβαση ήταν πολύ πιθανόν εκείνη η κυβέρνηση να μην έπαιρνε την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής και η χώρα που βρισκόταν λόγω των Ιμίων σε κατάσταση πολεμικής εμπλοκής να οδηγηθεί σε μεγάλες περιπέτειες.

Αυτός ήταν που με ενθάρρυνε να προτείνω τη συνταγματική μεταβολή στη Βουλή όσον αφορά την αυτόματη αντικατάσταση του πρωθυπουργού όταν ο πρωθυπουργός δεν είναι σε θέση να λάβει αποφάσεις για λόγους υγείας. Και τούτο γιατί τις αποφάσεις του πρωθυπουργού όταν αυτός ενοσηλεύετο επί ενάμιση μήνα στο Ωνάδειο, στην Εντατική Μονάδα, τις έπαιρνε ο Αντώνης Λιβάνης.

Πιστεύε η χώρα χώρα του οφείλει πολλά παρότι ο ίδιος δεν θέλησε ποτέ να βρεθεί στη σκηνή προβάλλοντας τον εαυτό του.