Έφυγε από τη ζωή ο συμπολίτης μας Έκτορας Ηρακλείδης

Ο Έκτορας Ηρακλείδης του Ιωάννη, γεννήθηκε το 1935 στη Ρόδο και κατάγεται από το χωριό Κατταβιά της Νότιας Ρόδου.

Αποφοίτησε από το 6τάξιο Γυμνάσιο Σύμης και σε ηλικία 26 ετών μετανάστευσε στο Βελγικό Κογκό της Αφρικής (πρώην Ζαΐρ), όπου και δραστηριοποιήθηκε επιχειρηματικά.

Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε την Αικατερίνη Γεωργαρά, το γένος Παπαχριστοδούλου, από το χωριό Σάλακος της Ρόδου, και απέκτησαν 3 παιδιά: τον Ιωάννη, τη Σταματία και τον Χρήστο.
Το 1974, μετά από πραξικόπημα στο Ζαΐρ, η πολιτική κατάσταση ήταν έκρυθμη, με αποτέλεσμα την κρατικοποίηση και δέσμευση όλων των ξένων περιουσιών των αλλοδαπών που ζούσαν εκεί, μεταξύ αυτών και πολλών Ελλήνων. Έτσι, αναγκάστηκε, όπως και οι περισσότεροι, να επιστρέψει στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά του.
Αυτό, όμως, που διατηρούσε μέσα του στα χρόνια της ξενιτιάς, αλλά και μετέπειτα στη Ρόδο, ήταν η βαθιά του πίστη στον Θεό και την Ορθοδοξία. Χαρακτηριστικό είναι το εξής περιστατικό:

Λίγο πριν επιστρέψει στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια ελέγχου, ένας στρατιώτης του κόλλησε το περίστροφο στον κρόταφο και απομακρύνθηκε κρατώντας την απόσταση ασφαλείας, για να τον εκτελέσει, νομίζοντας πως ανήκει σε μη προσκείμενες δυνάμεις, και εκείνος αναφώνησε:
 «ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΟΥ ΣΚΙΑΔΕΝΗ, τι πάνε να κάνουν!»

Τότε, για καλή του τύχη, είδε τον Διοικητή, τον οποίο και γνώριζε και του φώναξε: Qu’est-ce di fe Monsieur le Commandat? Je suis ami Hector Iraklides  (Τι κάνουν αυτοί κύριε Διοικητά; Είμαι ο φίλος σας ο Έκτορας Ηρακλείδης). Ο Διοικητής αμέσως έδωσε εντολή να κατεβάσει ο στρατιώτης  το περίστροφο απ’ τον κρόταφό του και μετά από λίγες εβδομάδες, επέστρεψε όλη η οικογένεια στην Ελλάδα σώα και αβλαβής.  

Από τότε, άρχισε να αναζητά στοιχεία για την ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΣΚΙΑΔΕΝΗ, προστάτιδα της Νότιας Ρόδου (Κατταβιά, Απολακκιά, Μεσαναγρός, Βάτι, Γεννάδι, Ασκληπιό, Μονόλιθος) αλλά και νησιών όπως η Χάλκη.  
Αρχικά από μαρτυρίες αλλά και από άλλα στοιχεία, οτιδήποτε για να περιγράψει  τα ΗΘΗ και ΕΘΙΜΑ του μοναστηριού, ζωτικά για τους Ρόδιους, που παραμένουν στη συνείδησή τους και η αγάπη για την Παναγιά έγινε θρύλος. Πράγματι, μετανάστες, Κατταβενοί και άλλοι, μετέφεραν την Ιερή εικόνα της Παναγιάς της Σκιαδενής στην Αμερική, στην Αυστραλία  αλλά και αλλού για να την προσκυνήσουν.   

Δεν ήταν δυνατόν να βρει στοιχεία πριν τον 17ο αιώνα, γιατί χάθηκαν βιβλία κατά την περίοδο της  οθωματικής κυριαρχίας και έπειτα κατά την γερμανική εισβολή. Υπήρχε όμως η παράδοση, η ευλογημένη αυτή πληροφόρηση αλλά και ντοκουμέντα και εκκλησιαστικοί κώδικες, μάρτυρες μιας πνευματικής ανάπτυξης που έλαβε χώρα κατά τον 17ο αιώνα στην Ιερά Μονή ΣΚΙΑΔΙ, η οποία τότε αποτελούσε μια δεύτερη Μητρόπολη της Ρόδου.  

Απευθύνθηκε στον Οικουμενικό Πατριάρχη, κ.κ. Βαρθολομαίο, ο οποίος με τις ενέργειές του, τού έδωσε το δικαίωμα να εντρυφήσει στον αρχαίο κώδικα της Ιεράς Μονής Σκιάδι, ώστε να ολοκληρωθεί το βιβλίο και έργο αναφοράς του «Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΣΚΙΑΔΕΝΗ ΣΤΗ ΡΟΔΟ και Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΗΣ».