Η τελευταία μεγάλη ευκαιρία

Γράφει ο Θάνος Ζέλκας

Η τελευταία μακρόπνοη επένδυση μεγάλης κλίμακας που αποτελούσε παράλληλα και μια μεγάλη ευκαιρία πολυπρόσωπης ανάπτυξης για τη χώρα ήταν η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Κι όμως ενώ οι Αγώνες στέφθηκαν με απόλυτη επιτυχία εκπλήσσοντας την παγκόσμια κοινή γνώμη, η Ελλάδα δεν κατάφερε επί της ουσίας να κεφαλαιοποιήσει αυτή την επιτυχία.

Δυστυχώς αυτό το τρένο που χάθηκε ήταν και μια από τις βασικότερες αιτίες που μας βύθισαν στην ύφεση. Κι ενώ όλοι ενδόμυχα το γνωρίζουν, κανείς δεν τολμά να το εκστομίσει για να μη χαλάσει η ωραία επίγευση που έμεινε στους Έλληνες από εκείνες τις ένδοξες ημέρες.

Το στοίχημα, δηλαδή η αρτιότητα μιας τέτοιας διοργάνωσης, ήταν κάτι τεράστιο για το μέγεθος της χώρας. Ο κίνδυνος ήταν ορατός για τις μετέπειτα συνέπειες. Όμως η επιλογή ήταν σαφής και ξεκάθαρη. Θέλαμε να μπούμε ξανά στο παγκόσμιο στερέωμα επιτυγχάνοντας κάτι πολύ μεγάλο. Για κάποιο λόγο όμως επιλέξαμε μόνο το άμεσο όφελος και όχι το έμμεσο που ακολούθησε η Βαρκελώνη.

Προφανώς η χώρα μας προβλήθηκε στα μεγαλύτερα τηλεοπτικά δίκτυα του κόσμου. Έγιναν εκτενή αφιερώματα και προβλήθηκαν οι ομορφιές της. Για αρκετούς μήνες μονοπωλήσαμε το ενδιαφέρον και προσελκύσαμε εκατομμύρια επισκέπτες. Από εκείκαι πέρα όμως τι κατορθώσαμε επί της ουσίας; Κάθισαν κάτω οι ιθύνοντες να αποτυπώσουν τα οφέλη, τις ζημιές και το μελλοντικό ρίσκο; Έγινε προγραμματισμός ώστε να αξιοποιηθούν σωστά τα Ολυμπιακά Ακίνητα; Σχεδιάστηκε ένα πλάνο ώστε να γίνει διάχυση του οφέλους και προς την υπόλοιπη χώρα;

Δεν είναι κάτι καινούριο ότι στη σύγχρονη Ελλάδα σχεδόν τα πάντα σχεδιάζονται στο γόνατο. Έργο θεωρείται κάτι μόνο όταν παραδίδεται νεόδμητο και όταν υπάρχει κορδέλα για να την κόψουν οι χιλιάδες παράγοντες ανά τη χώρα. Έργο δεν θεωρείται η συντήρηση των ήδη υπάρχοντων δομών. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που καταστρέφονται. Είτε λόγω έλλειψης συντήρησης, είτε λόγω αδιαφορίας και βανδαλισμών.

Δεν έχουμε κατανοήσει ότι η κρατική περιουσία είναι αποτέλεσμα των θυσιών όλων μας. Για κάποιο λόγο όμως δεν την αντιμετωπίζουμε ως δική μας. Θα αφήναμε ποτέ το σπίτι μας να ρημάζει ή να μπαίνουν μέσα ξένοι να το καταστρέψουν; Η απάντηση είναι εύλογη. Γιατί όμως επιτρέπουμε να γίνεται αυτό στα γήπεδα, στα σχολεία, στα νοσοκομεία, στους δρόμους;

Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, η Ολυμπιάδα ήταν μια ευκαιρία αλλαγής νοοτροπίας σε πολλά επίπεδα. Κυρίως σε θέματα παιδείας και κουλτούρας. Μέσα από τις νέες υποδομές και με ένα ευρύτερο σχολικό πρόγραμμα θα μπορούσαμε να είχαμε προσελκύσει περισσότερα νέα παιδιά στον αθλητισμό. Στον υγιή αθλητισμό. Για κάποιο λόγο όχι απλώς δεν σχεδιάσαμε κάτι τέτοιο, αλλά ούτε καν δεν κάθισαν σ’ ένα τραπέζι παράγοντες και πολιτικοί να το συζητήσουν.

Η χώρα αυτή λειτουργεί χάρη στο φιλότιμο και στην αυτοθυσία κάποιων ανθρώπων. Όλα τα υπόλοιπα συνεχίζουν να υπάρχουν χάρη στο “νόμο της αδράνειας” ή για να γίνει πιο αντιληπτό λόγω κεκτημένης ταχύτητας. Κάποια πράγματα δηλαδή δουλεύουν επειδή υπήρξε κάποτε ένα πλάνο και εξακολουθεί να τηρείται μηχανικά. Αν κάποιος προσπαθήσει να το αλλάξει αυτό, το πιθανότερο είναι ότι θα σταματήσει να δουλεύει.

Νομίζω πως ύστερα από τις Συμπληγάδες που περάσαμε τα τελευταία χρόνια, ήρθε πλέον η ώρα να κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα. Δεν ήταν μια παγκόσμια συνωμοσία που ήθελε να μας αφανίσει από τον χάρτη. Ήταν κάποια δικά μας συμπλέγματα, τα οποία αδυνατούμε ακόμα και τώρα να παραδεχτούμε, που μας έφεραν στο χείλος του γκρεμού.

Δεν γνωρίζω αν θα μας δοθεί μια ανάλογη ευκαιρία να ανασυγκροτηθούμε ως χώρα όπως αυτή που μας δόθηκε με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Υπάρχει όμως ακόμη μια μικρή πιθανότητα να πετύχουμε κάτι αξιόλογο αν ξυπνήσουμε έγκαιρα από τον λήθαργο και για μια φορά θέσουμε έναν μακρόπνοο εθνικό στόχο. Χωρίς μετάλλια και παρελάσεις αυτή τη φορά. Μόνο για το δικό μας καλό. Για το Εμείς που θα έλεγε και ο Μακρυγιάννης.