Μια φιλική προσέγγιση:  “Αοιδοί και Ραψωδοί του Ομήρου ζουν και σήμερα στο νησί της Κω"

Του Δανιήλ Σπάρταλη


Ακόμα μια ευχάριστη έκπληξη. Ξανά και πάλι μια καλοδεχούμενη προσφορά. Ένα δώρο ανεκτίμητο. Ένα καινούργιο πόνημα του γραπτού λόγου, όπως ένας ιδιαίτερος και ξεχωριστός ομορφοκεντημένος πίνακας.

Μαζί κι ένας εύχυμος γλυκύς καρπός, στον αμπελώνα τον πνευματικό της ιερής μας παράδοσης. Ένα θησαύρισμα μιας παρακαταθήκης αστείρευτης που, απ' τους πολύ παλιούς χρόνους και καιρούς φθάνει ως τις μέρες μας.

Έρχεται από εκείνα τα παμπάλαια και ιστορικά χρόνια που, εκείνος ο αξεπέραστος και μεγάλος παραμυθάς καθιέρωσε και όργωσε στον γραπτό λόγο την ελληνική λαλιά. Εκείνος την πρωτοχάραξε και την ζωντάνεψε. Και ήταν, λένε, και τυφλός ο γερο-παππούς, που, Όμηρο τον λέγανε.

Κι ήρθε κι έφτασε κι έδεσε ο πλούτος της γλώσσας του, ποὔγινε και δικιά μας, σαν μια αδιάσπαστη συνέχεια, όπως μια ολόχρυση και μαλαματένια καδένα ίσαμε τα δικά μας τωρινά χρόνια. Και όχι μόνο. Αλλά πλούτυνε τόσο πολύ κι απλώθηκε που, και δάνεια άτοκα παραχώρησε σε τόσες άλλες λαλιές του κόσμου, που οι πιο πολλές άναρθρα "βαρβαρίζανε".

Φτωχές καθώς ήσαν. Μα κι εμείς, με την δικιά μας σειρά πάλι, την συγχρονίζαμε. Σύμφωνα πάντοτε με τις ανάγκες και την εξέλιξη των καιρών και τις νέες προεκτάσεις. Κι όπως πάντα γίνεται με το καθάριο νερό, που δεν λιμνάζει και δεν βαλτώνει, αλλά γάργαρο και κρυστάλλινο τρέχει και δροσίζει τον πάσα ένα διψασμένο, έτσι και η γλώσσα μας, χωρίς να χάσει την κληρονομική της υπόσταση και υφή -το δικό της DNA- έγινε μία εύλαλη και ηδύφωνη κληρονόμος της ομηρικής της βρυσομάνας. Κι έτσι, όμορφα κι ομαλά, παρέμεινε στην γενιά της!

Κι ήρθε, που λέτε, το πολύ φροντισμένο βιβλίο του Κώστα Σκανδαλίδη, να ξαναταράξει τα νερά. Να τα κάνει να κυλήσουν χαρωπά και ζωντανά στο ειδυλλιακό λυρικό ποταμάκι κάποιου σύγχρονου -του καιρού μας- σκιερού "Ιλισού", με τις καταπράσινες όχθες του να συντροφεύονται από τις ραδινές ευσκιόφυλλες ιτιές, σαν σε μια όμορφη στρατιωτική παρέλαση.

Και φαίνεται σαν να καταφθάνει, μπροστά στον αναγνώστη, ένα αέρινο δροσερό κύμα. Ίδια, μια ανάλαφρη ανασεμιά που αναρριπίζει και δροσίζει την ψυχή. Σαν μιαν αίσθηση νεφελένια που τόσον όμορφα ζωντανεύει κι ανανεώνει την διάθεση του αναγνώστη. Έρχεται να δέσει το χθες με το σήμερα, το τωρινό. Το παλιό με το καινούργιο. Και, μεταξύ τους, να ενωθούν. Να γίνουν ένα.

Κι αυτοί οι αδιάσειστοι κρίκοι της χρυσής αλυσίδας, πώς αλληλοδένονται αδιάσπαστα αναμεταξύ τους! Και με τόση αρμονία! Και πόσον θαυμαστά η αχειροποίητη γλωσσική αυτή γέφυρα, πόσο κοντοφέρνει το χθες στο σήμερα κι αυτή, με την δική της νομοτελειακή σειρά, στο ελπιδοφόρο αύριο!

Μια αέναη, λοιπόν, ροή ο γραπτός ελληνικός αδιάψευστος λόγος. Ένα γάργαρο μουρμουρητό με ηδύφωνα καλέσματα και κελαρύσματα. Μια, θαρρείς, συναυλία και συγχορδία για ανάπαυλα και ψυχική ξεκούραση από τον μόχθο της καθημερινότητας.

Ένα ποτήρι καθάριο και δροσερό νερό. Αμόλυντο κι άσπιλο από κάθε σπίλο και μίασμα· κι από κάθε ρυπαρότητα. Έτσι, όπως το πηγαδίσιο που ανασέρνεις από τα σπλάχνα της γης για να ξεδιψάσεις· κι ακόμα, τον στρατοκόπο που θα κτυπήσει την πόρτα σου, να δροσίσεις.

Ναι, το φρέσκο πόνημα του Κώστα Σκανδαλίδη, δεν είναι ένα, κάποιο, στοιχισμένο δημοσιογραφικά κι ανούσιο συνηθισμένο "ρεπορτάζ", όπως συνηθίζεται να λέγεται και να καθιερώνεται στις μέρες μας. Δεν έχει καν, τέτοια υφή. Ούτε τα χαρακτηριστικά που, τόσες και πολλές φορές καταντούν νάναι αναπόφευκτα. Αλλά, αντίθετα, έχει μιαν ιδιαίτερη δική του προσέγγιση. Μια ξεχωριστή ταυτότητα, που ο ίδιος την υπογράφει και την σφραγίζει.

Οι "αοιδοί και ραψωδοί" που σήμερα ζουν στην γειτονική μας όμορφη και φιλόξενη Κω, ξεδιπλώνουν μπροστά στον ερευνητικό συγγραφέα τους, τον ανεξάντλητο πλούτο του "ρεπερτορίου" τους μ' έναν απαράμιλλο αυθορμητισμό και με μιαν ιδιαίτερη δυναμική -προσωπικό "ταμπεραμέντο" θα πρόσθετα- που η πηγαία μα και η αυτόματη, στιγμιαία τους, έμπνευση καθηλώνει με την αμεσότητά της τον συνομιλητή τους πρώτα, καθώς συνδιαλέγονται, και στην συνέχεια με τον τυχερό αναγνώστη τού βιβλίου, του Κώστα, που δεν το αφήνει ωσότου να φθάσει και στην τελευταία του σελίδα.

Μανώλης Μάμμης ο ένας, Γιάννης Μπάρκας ο δεύτερος. Αστείρευτοι και οι δυο. Ισάξιοι. Ό,τι ξεχνάει ο ένας, αυτοστιγμεί καταφθάνει ο άλλος να συμπληρώσει. Κανένας στίχος αναπάντητος. Καμιά μαντινάδα. Το ίδιο ταμπεραμέντο και πάθος.

Παθιασμένοι και οι δυο τους. Ο ίδιος οίστρος. Ίδια αγάπη στην ποίηση, το τραγούδι, το δίστιχο, την ρίμα, την ντοπιολαλιά. Απαράμιλλο και το δεκαπεντασύλλαβο. Ό,τι τέλος πάντων, ξεσηκώνει τον ακροατή τους και τον κάνει να χαρεί ή και να

λυπηθεί...Να νοσταλγήσει, έστω...Να τον συνοδεύσει και με λαχτάρα πολλή να...ονειρευτεί!

Οι "αοιδοί και οι ραψωδοί" της Κω, αυτό το καινούργιο πόνημα του ακάματου Κώστα Σκανδαλίδη, δεν είναι, όπως και προαναφέρθηκε, ένα σκέτο κι απλό αφήγημα ή μια καλοφτιαγμένη, ωραιοποιημένη και φτιασιδωμένη διήγηση.

Μα, είναι ένα πολύ προσεγμένο, από κάθε άποψη, πνευματικό και επιστημονικό εντρύφημα που ασφαλώς, ασφαλέστατα θα ταλαιπώρησε πολύ τον ακούραστο και σεμνό συγγραφέα. Ο οποίος, όπως και ο ίδιος πάντα το αποδεικνύει, για ώρες και μέρες πολλές, βυθίζεται μες στα ιστορικά κι επιστημονικά αρχεία και τις πηγές εκείνες, τις οποίες και με ακριβείς λεπτομέρειες τις απαριθμεί και πάντοτε φιλόφρονα τις αναφέρει και τις καταθέτει, ώστε να επαληθεύεται εκείνο, που ο ίδιος ο σημερινός μας συγγραφέας, πολλές φορές τονίζει.

Το "ρηθέν" δηλαδή από τον λυρικό ποιητή Βακχυλίδη: "έτερος εξ ετέρου σοφός".

Κι αυτό είναι που τόσο πολύ χαρακτηρίζει την σεμνότητα τού Κώστα, όταν ευχόμενος συμπληρώνει: κάποιος να βρεθεί μες στον χρόνο που κυλάει να συμπληρώσει τα κενά της δικής του προσφοράς. Της δικής του ταπεινής εργασίας και της δικής του έρευνας και μελέτης.

Φίλε μου Κώστα, σ' ευχαριστώ για την χαρά που μου χάρισες. Να είσαι πάντα καλά και να δημιουργείς!