Η τροπονίνη και η πρόγνωση του εμφράγματος

Tου καθηγητή Δημήτρη Κρεμαστινού στα “ΝΕΑ”

Η τροπονίνη είναι μια πρωτεΐνη που βρίσκεται στα κύτταρα του μυοκαρδίου και διαδραματίζει ιδιαίτερα ενδιαφέροντα ρόλο στη συστολή του μυοκαρδιακού κυττάρου και γενικότερα της καρδιάς. 

Η πρωτεΐνη αυτή απελευθερώνεται και κυκλοφορεί στο αίμα όταν καταστραφεί το μυοκαρδιακό κύτταρο, κλασικά στην περίπτωση του εμφράγματος. 

Όμως είναι δυνατόν να αυξηθεί και σε περιπτώσεις φλεγμονής και νέκρωσης του μυοκαρδίου, όπως π.χ. σε περιπτώσεις μυοκαρδίτιδας,  μυοκαρδιοπάθειας ή  καρδιακής ανεπάρκειας. Ακόμα και σε περιπτώσεις έντονου stress του μυοκαρδίου, όπως π.χ. στους δρομείς του Μαραθωνίου, μπορεί να παρατηρηθεί αύξηση της τροπονίνης.

Η αύξηση της τροπονίνης στο αίμα κυρίως αφορά την πρόωρη διάγνωση του εμφράγματος του μυοκαρδίου.  Μόλις αρχίσει η καταστροφή του μυοκαρδίου, η τροπονίνη απελευθερώνεται και η στάθμη της ανεβαίνει στο αίμα προτού παρατηρηθεί αύξηση των κλασικών ενζύμων, όπως είναι οι τρανσαμινάσες (SGOT και SGPT) καθώς και του CK-MB.  

Σε μία μελέτη που δημοσιεύθηκε στην αρχή του χρόνου στο επίσημο περιοδικό του Αμερικανικού Κολλεγίου Καρδιολογίας (JACC) δίνεται μια νέα διάσταση στη διαγνωστική αξία της τροπονίνης.

 Στη μελέτη αυτή υποστηρίζεται ότι όταν υπάρχουν γενικά πόνοι στο στήθος και παρατηρείται σταθερή αύξηση της τροπονίνης στο αίμα ακόμα και στις ανώτερες φυσιολογικές τιμές, τότε υπάρχει σοβαρή πιθανότητα εκδήλωσης ενός καρδιαγγειακού επεισοδίου.                                                                          

Όμως στο ίδιο περιοδικό εντελώς πρόσφατα δημοσιεύθηκε μια άκρως ενδιαφέρουσα μελέτη που αφορά τη μορφή της τροπονίνης I και η οποία ανάλογα με την ποσότητά της προσδιορίζει την εξέλιξη του αρρώστου που έρχεται στο νοσοκομείο με ύποπτα συμπτώματα εμφράγματος του μυοκαρδίου.

Στη συγκεκριμένη μελέτη όπου μελετήθηκαν 2212 ασθενείς εάν η τιμή της τροπονίνης I ήταν  χαμηλότερη των 5ng / L οι ασθενείς χαρακτηρίζονταν χαμηλού κινδύνου.

Στη μελέτη αυτή οι μισοί περίπου ασθενείς ανήκαν σε αυτή την κατηγορία. Αντίθετα οι ασθενείς με τροπονίνη I μεγαλύτερη των 120 ng / L χαρακτηρίζονταν ασθενείς υψηλού κινδύνου για έμφραγμα μυοκαρδίου ή θάνατο μέσα 30 μέρες. Στην κατηγορία αυτή άνηκε το 12% των ασθενών.  Οι υπόλοιποι ασθενείς με τροπονίνη I που κυμαινόταν από 5-120 ng / L ανήκαν στην ομάδα του ενδιάμεσου κινδύνου.  

Έτσι με βάση αυτά τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα δεδομένα μπορούν να αντιμετωπισθούν οι ασθενείς υψηλού κινδύνου άμεσα με στεφανιογραφία και αγγειοπλαστική (μπαλόνι) προτού καλά, καλά εγκατασταθεί το έμφραγμα και να αποφύγουν τα χειρότερα.