Λεξιστορείν: Ο πελώριος!

Η λέξη πελώριος χρησιμοποιείται ως χαρακτηρισμός εμψύχων κι αψύχων όντων κι έχει τη σημασία του τεράστιου, του υπερμεγέθους, του μεγαλειώδους (π. χ. πελώριο οικοδόμημα).

Ετυμολογικά προέρχεται από την αρχαία λέξη πέλωρ που δήλωνε το υπερφυσικό μέγεθος και χαρακτήριζε τέρατα όπως τους Κύκλωπες, τη Σκύλλα κτλ.