Λεξιστορείν: Νιώθω ανακούφιση!

Ανακούφιση λέμε πως νιώθει κάποιος όταν έχει απαλλαγεί από σωματικό ή ψυχικό πόνο κι έχει ηρεμήσει.

Ετυμολογικά πρόκειται για σύνθετη λέξη με α’ συνθετικό την πρόθεση ανά και β’ συνθετικό το ρήμα κουφίζω = ελαφρύνω, προερχόμενο από το επίθετο κούφος = ο ελαφρύς.

Άρα η ανακούφιση ουσιαστικά είναι η ελάφρυνση κάποιου από το σωματικό ή ψυχικό βάρος που τον βασάνιζε.