Λεξιστορείν: Ο σαπρός!

Ως σαπρό χαρακτηρίζουμε αυτόν που βρίσκεται σε αποσύνθεση και σήψη, τον σάπιο.

Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από τον αόριστο εσάπην του ρήματος σήπομαι= αποσυντίθεμαι, σαπίζω.