Αναστάσης Άγγελος: Ένας ευαίσθητος επαναστάτης από την Κάρπαθο

Γράφει ο Μανώλης Δημελλά­ς στο karpathianrevolution.gr

 

Αναρωτιόμαστε συχνά και απορούμε, μα ποιοι να είναι εκείνοι, οι φωτισμένοι, που ξεκινούν ή συμμετέχουν στους ξεσηκωμούς και ανάβουν με τα κορμιά τους τις αληθινές επαναστάσεις;

Ειδικά τέτοιες μέρες που όλα ξαναμπαίνουν μέσα από μια κνισάρα συναισθημάτων και η στενωπός του μυαλού όλο και κλείνει, η ιστορία της ζωής του Αναστάσιου Άγγελου είναι το μάθημα, μια ξεκάθαρη απάντηση, σε εκείνους που θέτουν ερωτήματα για το απόθεμα μιας ψυχής, και το βάρος που μπορεί να σηκώσει ένας αληθινός πατριώτης.

Ένα είναι σίγουρο, πως τις επανάστασεις δεν τις κάνουν οι συνηθισμένοι τακτοποιημένοι μικροαστοί που θέλουν μονάχα να επιπλέουν στον αφρό αλέκιαστοι. Όσο για τον ξεσηκωμό της Καρπάθου ίσως θα  έπρεπε να τον μνημονεύουμε πιο συχνά, αφού τέτοιες άδολες και καθαρές επαναστάσεις σπάνια συναντάμε στο βήμα της ιστορίας.

Πριν ξεκινήσουμε το ταξίδι της ζωής του Αναστάση Άγγελου να σταθούμε στο δώρο της μάνας του, όταν εκείνος πραγματοποιούσε το μεγαλύτερο όνειρο της ζωής του. Στο πρώτο του μπάρκο, που ξεκίνησε στις 19 του Μάρτη 1949, όταν δέχθηκε, για προίκα, «μια κουρελού και ένα τσουβάλι άχερα για να τα κάμει μαξιλάρι».

Πέμπτο και τελευταίο παιδί του Νικόλαου και της Άννας, ο Αναστάσης γεννήθηκε μια Πέμπτη, στις 10 του Φλεβάρη 1927, κάτω στον Αφιάρτη, στο μεγάλο μετόχι των Μενετών Καρπάθου.

Αν έμεινε κάτι από τα παιδικά του χρόνια είναι η φτώχεια, η ανέχεια μα και η ευθύνη, μέσα από την ασταμάτητη χειρωνακτική δουλειά.

Ήταν μόλις πέντε χρονών, τον χειμώνα του 1932, όταν κουβαλούσε  ξύλα από τον Άη Μηνά στο καμίνι του Άη Γιάννη, στον Τσίγκουνα. Από εκεί φόρτωναν τα μουλάρια, μαζί με τον Βιτωρούλη και τον πατέρα του, ανεβοκατέβαιναν όλα βουνά και με τα ποδάρια γυρνούσαν όλα τα χωριά του νησιού, προσπαθούσαν να πουλήσουν τα τσουβάλια με τα κάρβουνα.

Οι 44 οκάδες κόστιζαν 7 λιρέττες, αλλά ακόμη και αυτά τα λίγα χρήματα ήταν πολλά για τους περισσότερους Καρπάθιους. Όπως θυμόταν ο Αναστάσης, τα εμπορικά καταστήματα των Πηγαδίων είχαν ελάχιστα εμπορεύματα. Λίγα τσουβάλια με ρύζι, με ζάχαρη και με φιστίκια. Τότε η Κάρπαθος μπορούσε και τα παρήγαγε όλα τα αγαθά μοναχή της!

Στο σχολειό κάθισε μόλις πέντε χρόνια, στα πρώτα τρια τα μαθήματα ήταν στα Ελληνικά και είχε δασκάλους τους αείμνηστους Χαλκιά, τον Χατζηκωστή και τον Καμαράτο. Ενώ τα δύο επόμενα χρόνια, με δάσκαλο κάποιον Μανουσάκη, τα μαθήματα άλλαξαν γλώσσα και γύρισαν στα ιταλικά (από το 1936 καταργήθηκαν τα Ελληνικά σχολεία).

Ο Αναστάσης ξεκινούσε πολύ πριν το χάραμα από τον Αφιάρτη, περπατούσε κοντά μια ώρα με μερικούς συμμαθητές, τον Μιχάλη Μαρή και τον Μελά, μέχρι το σχολείο που ήταν στις Μενετές και εκεί παρέμενε μέχρι το σχόλασμα, που γινόταν στις 5 το απόγεμα, έπειτα και πάλι ακολουθούσε το ίδιο μονοπάτι μέσα από τα βουνά και επέστρεφε στο σπίτι.

Τον χειμώνα δεν υπήρχε πρόβλημα, έπιναν νερό από τα κεραμίδια και ξεδιψούσαν! Ενώ το καλοκαίρι, στο δίωρο μεσημεριανό διάλειμμα, τα μικρά έτρεχαν κορακιασμένα στην πηγή του Κάτω Νερού. Ένα από τα μοναδικά παιγνίδια που θυμάται ήταν όταν τα μικρά και μεγάλα παιδιά παράβγαιναν στους σάλτους από δώμα σε δώμα. Παιχνίδι επικίνδυνο που θυμίζει πολύ το σημερινό Γαλλικό παρκούρ, που αλλιώς λέγεται και «η τέχνη της φυγής».

Άραγε τα μικρά Μενετιατάκια να το διάλεξαν τυχαία;

Παρά την πείνα και την ανέχεια, αλλά και τα ιταλικά παρακάλια και τα  δώρα (τσίγκινα αυτοκινητάκια αλλά και σκατολέτες, κονσέρβες, με φαγητό και σοκολάτες), όπως οι περισσότεροι Μενετιάτες μαθητές, ο Αναστάσης ποτέ δεν φόρεσε την καμίτσια νέρα (το μαύρο πουκάμισο). Δεν καταδέχτηκε να γίνει μέλος του της φασιστικής ιταλικής νεολαίας του Μουσολίνι, της γνωστής «Μπαλίλλας».

Ο Αναστάσης Άγγελος άφησε τα γράμματα για το μεροκάματο, αφού σύμφωνα με το εθιμικό κληρονομικό δίκαιο της Καρπάθου εκείνος, ως υστερότοκος, δεν θα είχε κλήρο, ωστόσο  έπρεπε να δουλέψει για όλη τη φαμίλια.

Όσο για περιουσία του πατέρα, την κληρονόμησε ο πρωτογιός και της μάνας η μοναχοκόρη, έτσι σε εκείνον  έπεφτε το χρέος για τη φροντίδα της φαμίλιας, της καλλιέργιας των νοικιασμένων κτημάτων και των ζώων.

Αν και τα άλλα τρια αδέλφια του (το τέταρτο παιδί είχε αρρωστήσει και πέθανε μικρό) είχαν παντρευτεί και  ήδη πριν τον πόλεμο είχαν ανοίξει τα δικά τους σπίτια.

Την άνοιξη του 1936, ήταν μόλις εννιά χρονών όταν τον άφησαν να φυλά ένα νοικιασμένο αμπέλι ολομόναχος, σε έναν απομακρυσμένο κτήμα πέρα από τον Άη Γιάννη. Αυτή η ιστορία χαράχθηκε βαθιά στη μνήμη του, αφού κάθε φορά που γάβγιζε το σκυλί, που είχε μοναδική συντροφιά, έσφιγγε από φόβο την παιδική καρδούλα του.

Μέσα στα πύρινα χρόνια του πολέμου ο Αναστάση έζησε τη δική του βιαστική εφηβεία. Δούλευε μέσα στα χωράφια και από εκεί έφευγε και έκανε μεροκάματα, στα διάφορα έργα που έκαναν οι Ιταλοί στο νησί.

Κάθε φορά που τον συναντούσα μιλούσε για την ασταμάτητη δουλειά, για τον αγώνα ενός μεροκάματου και σπάνια μιλούσε για τα παιχνίδια των παιδικών χρόνων του. Φανταστείτε λοιπόν οι πιο γλυκές αναμνήσεις να μην κρύβουν παιγνίδια, πόσο δύσκολα ήταν εκείνα τα χρόνια και όπως φτάνουν σε εμάς μοιάζει αδύνατον να τα αντιληφθούμε.

Αντίθετα στον λιγοστό ελεύθερο χρόνο πάλευε να κόψει λάστιχα αυτοκινήτων και να φτιάξει πετρομάχια για τα ξυπόλητα πόδια του. Ο Αναστάσης δεν ντρέπεται να μας παρουσιάσει όλη την αλήθεια της εποχής: «ούτε καν εσώρουχα δεν υπήρχαν για να φορέσουμε και στα παντελόνια μας ήταν τόσα τα μπαλώματα που δεν ξεχώριζες το πρώτο χρώμα του ρούχου».

Η προπολεμική εποχή
Ο Αναστάσης Αγγέλου εκτός από τις αγροτικές εργασίες έκανε μεροκάματα σε αρκετές από τις στρατιωτικές ζώνες που ανέπτυσσαν οι Ιταλοί πάνω στην Κάρπαθο.

Με τον μεγάλο αδελφό του να είναι ο αρχιεργάτης, ο πιτσιρικάς Αναστάσης στην αρχή αναλάμβανε την τροφοδοσία νερού, ήταν ο νερουλάς των εργατών.  Τραβούσε ένα μουλάρι φορτωμένο με μια βαρέλα και μοίραζε νερό στον Προφήτη Ηλία, στην Πατέλα και την Αγία Κυριακή.

Στη συνέχεια κουβαλούσε πέτρες για οχυρωματικά έργα της περιοχής του αεροδρομίου στον Κάστελλο του Αφιάρτη. Και επίσης εργάστηκε στην εξάμετρη διαπλάτυνση του δρόμου για το αεροδρόμιο και στην κατασκευή των αντιεροπορικών οχυρομάτων στα Δυο Ουνιά.

Αν και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του Αναστάση αναζήτησαν μια καλύτερη τύχη στην Αθήνα, εκείνος εγκλωβισμένος στις ανάγκες των γονιών και στη δίψα των χωραφιών για χέρια και αναστέμματα παρέμεινε στο νησί, αν και δεν ήταν μια δικιά του επιθυμία.

Συνέχισε να δουλεύει στις διάφορες πολεμικές ζώνες των κατακτητών, μέχρι που έγινε στα 13 του (1940) έγινε και μάγειρας στο σπίτι ενός νεοφερμένου Ιταλού, του αρχιτέκτονα-εργολάβου, που σχεδίαζε και εκτελούσε τις οικοδομικές κατασκευές και την υδροδότηση στον Αφιάρτη με 6 λιρέττες μεροκάματο.

Στα χρόνια του πολέμου
Τον Σεπτέβρη του 1943 οι 3.000 Ιταλοί παρέδωσαν την Κάρπαθο στους 800 Γερμανούς που είχαν ανέβει στο νησί και τα πράγματα έγιναν τρεις χειρότερα. Και ο Αναστάσης είχε αρπάξει δύο ντουφέκια από τις ξέφραγες ιταλικές γαλαρίες και, όπως οι περισσότεροι Καρπάθιοι, είχε ελπίδα και περίμενε τις καλύτερες μέρες.

Με την κυριαρχία των Γερμανών η κατάσταση έγινε ακόμα πιο άγρια και σκληρή, από τις πρώτες πράξεις ήταν η εκτέλεση των τριων νεαρών Σποϊτών γεγονός που φόβισε ακόμη περισσότερο τους ήδη τρομοκρατημένους Καρπάθιους.

“Η επανάσταση δεν συζητιόταν ανοιχτά, ωστόσο όλοι μαθαίναμε κυρίως από τους Αυστριακούς στρατιώτες, που διαφωνούσαν με τους ναζιστές και μισούσαν τον Χίτλερ, ότι η Γερμανία είχε σπάσει και πλησίαζε η ευκαιρία μας”. 

Έτσι περιγράφει τη δράση πριν τον ξεσηκωμό, που δεν άργησε να έρθει. Ο Αναστάσης ήταν μάρτυρας της αποχώρησης των Γερμανών από το αεροδρόμιο και μάλιστα ήταν ένας από τους τελευταίους που είδαν τον Γιάννη Σταυράκη πριν εκτελεστεί από τους Γερμανούς στην περιοχή Κούτελα.

Στη μνήμη του χαράχτηκαν τα πρόσωπα των φίλων, όλων εκείνων που χάθηκαν άδοξα και τόσο μάταια, από τις εκρήξεις των πυρομαχικών.

Από τα μετόχια των Μενετών μέχρι τις ναρκοθετημένες αμμουδιές στην Αρκάσα συχνά ακουγόταν ένας δυνατός κρότος, μια έκρηξη που συχνά κατέληγε σε μια ανείπωτη τραγωδία.

Το υλικό από τις οβίδες και τις νάρκες, ο δυναμίτης, έφτασε να πληρώνεται μια χρυσή λίρα, ποσό που ξεπερνούσε τον φόβο της μοιραίας αναποδιάς. Μα δεν ήταν λίγες οι φορές που μάζεψε τα σώματα φίλων και γνωστών Μενετιατών σε ένα μικρό κασόνι.

Έτσι σκοτώθηκαν οι Π. Οικονόμου, Γεραπετρίτης, Διακομιχάλης, Κούρτης, Σπανός, Μ. Χατζής Γεωργιάδης, Γ. Διακονής, και ο Σωκράτης Οθείτης. (συνολικά στις Μενετές αναφέρονται 23 θύματα από εγκαταλελειμμένα πυρομαχικά και δεκάδες άλλοι ακρωτηριασμοί και τραυματισμοί).

Η 5η του Οκτώβρη 1944, ήταν η μεγάλη ημέρα του ξεσηκωμού. Ο δεκαεπτάχρονος Αναστάσης άκουγε τις καμπάνες, μάθαινε για τα γεγονότα και καμάρωνε με το ντουφέκι στα χέρια, όμως δεν ανέβηκε στις Μενετές, παρέμεινε οπλισμένος στον Αφιάρτη και από εκεί πανηγύρισε για τη λευτεριά του νησιού. Άλλωστε από την οικογένεια ο αδελφός του Ευάγγελος Άγγελος ήταν από τα πρωτοπαλήκαρα του ξεσηκωμού.

Όταν όμως έμαθε για τα δύο εγγλέζικα αντιτορπιλικά, το “Κλήβελαντ” και το “Τερψιχόρη”, που έμπαιναν την Τρίτη 17 του Οκτώβρη 1944, στον κόλπο των Πηγαδίων δεν άντεξε και έτρεξε στο λιμάνι. Ένα από τα μικρά επεισόδια που θυμάται ήταν η συνάντηση με τους Γιώργο Σακέλλη (Χαραντά) και τον Σκανταλάκη στο Κονάκι. Εκεί αποφάσισαν να δράσουν και να συλλάβουν τον Ιταλό αστυνομικό διοικητή. Έπειτα να τον παραδώσουν στους Εγγλέζους.

Πήγαν στο σπίτι του και τον μετέφεραν με το ζόρι στο λιμάνι, όπου και τον έδωσαν στα χέρια των συμμάχων. Συχνά επαναλαμβάνει την ιστορία και κάθε φορά χαμογελούσε και του φαινόταν ακόμα πιο αστεία, αφού είχε ικανότητα να ξεχωρίζει το ανδραγάθημα, από μια μικρή στιγμή έπαρσης και υπερβολής.

Ο Αναστάσης δεν ήταν από τους ανθρώπους που έριχναν πυροτεχνήματα και μετά περίμεναν να φωτιστούν οι  ίδιοι από αυτά, πάντοτε στεκόταν μπροστά στην ιστορία και χρεωνόταν με ωριμότητα τις  όποιες ευθύνες του αναλογούσαν. Κάποια στιγμή τον ρώτησα αν η τύχη οδηγεί τους ανθρώπους και εκείνος απάντησε, ενώ δεν σκέφτηκε πολύ: “Δεν θα το έλεγα, εμείς αποφασίζουμε σε ποιο δρόμο θα τραβήξουμε και ύστερα πληρώνουμε για τις επιλογές μας”.

Στην εγγλέζικη περίοδο της Καρπάθου, 1944-1945, η γειτονιά του Αναστάση γέμισε από πρόσφυγες. Περίπου 3000 κάτοικοι από τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, που ήταν ακόμη σκλαβωμένα, μεταφέρθηκαν με μικρά αποβατικά πλοιάρια, τις γνωστές μοτοτζάτερες, στην παραλία του Μακρύ Γιαλού όπου στήθηκε ένα λυόμενο κέντρο προσφύγων.

Μια από τις πρώτες δουλειές που προκυρήχθηκαν ήταν των αγροφυλάκων, αν και ο ίδιος επιθυμούσε να δοκιμάσει την τύχη του φορώντας μια τέτοια στολή ο πατέρας του και πάλι δεν τον άφησε.

Από την ιστορία των προσφύγων δεν ξέχασε τους γάμους που έκαναν εκεί αλλά και το πλιάτσικο των ντόπιων όταν έφυγαν και επέστρεψαν στα νησιά τους. Από τα καραβόπανα που ήταν φτιαγμένες οι σκηνές έγιναν δεκάδες παντελόνια και πουκάμισα, ενώ από τα σκοινιά, που έδεναν τα λυόμενα, οι γυναίκες έφτιαξαν εκατοντάδες βαμβακερές κάλτσες!

Σύντομα άνοιξαν και τα ορυχεία γύψου στο νησάκι της Μοίρας. Ο Αναστάσης δεν έχασε την ευκαιρία και με αμοιβή 350 δολάρια δούλεψε για δύο καλοκαίρια, το 1947 και το 1948, στην εξόρυξη του ορυκτού.

Με την ενηλικίωση, τότε ήταν στα 21, ο Αναστάσης δεν κρατιόταν, η θάλασσα ήταν το όνειρο, η μεγάλη αγάπη του, κυρίως ήταν το ένα προσωπικό στοίχημα. Και η μεγάλη  ευκαιρία ήταν η οικογένεια Κουτλάκη και τα ιστιοφόρα της.

Ξεκίνησε τα δρομολόγια με το 18τονο καΐκι  “ΑΓΙΑ ΕΛΕΟΥΣΑ”, με καπετάνιο τον Γιάννη Κουτλάκη και πολύ σύντομα πέρασε στη ΒΑΣΙΛΙΚΗ,  το νεότευκτο 70τονο ιστιοφόρο, που είχε κυβερνήτη τον γιο του Γιάννη, τον Μιχάλη Κουτλάκη.

Από την Κάρπαθο ξεκινούσαν φορτωμένοι με γύψο και οτιδήποτε έπρεπε να ανέβει στην Αθήνα. Το ταξίδι που διαρκούσε άλλοτε 24 ώρες και άλλες φορές, αν είχε άπνοια ή μια γερή φουρτούνα, έκαναν δέκα μέρες μέχρι να δέσουν στον Πειραιά, και αφού είχαν περάσει από δεκάδες μικρά λιμάνια και όρμους.

Στην πρωτεύουσα γέμιζαν το κατάστρωμα με μικροέπιπλα και οικοδομικά υλικά, έπαιρναν και ένα σωρό πεσκέσια, κάπου παράχωναν λιγοστούς επιβάτες για να επιστρέψουν πίσω στο νησί αρκετές φορές και με το συνάλλαγμα που είχε γίνει λίρες.

Θα έπρεπε να κάνει υπομονή, δύο χρόνια, μέχρι να βγάλει το ναυτικό φυλλάδιο και έπειτα να μπαρκάρει στα μεγάλα βαπόρια που να γυρνούσε ολάκερο τον κόσμο.

Στο μεγάλο καΐκι του Κουτλάκη έκανε όλες τις δουλειές, μάλιστα μια φορά χρειάστηκε να κάμει ακόμη και τον δύτη, όταν μέσα στο λιμάνι της Δραπετσώνας έμπλεξε η άγκυρα του σκάφους με τους κάβους ένος  φορτηγού. Ο Αναστάσης πήρε μια μάσκα, βούτηξε και έλυσε το πρόβλημα. Τότε ήταν μια από τις ελάχιστες φορές που ο γερο-Κουτλάκης του έδωσε άδεια να τριγυρίσει στο λιμάνι.

Τελικά το 1949 και αφού πρώτα λάδωσε, με ένα εκατομμύριο κολλαριστές δραχμές,  πήρε το ναυτικό φυλλάδιο και μπήκε ναύτης στα μεγάλα βαπόρια.

“Είδα σχεδόν όλο τον κόσμο, τα μόνο που δεν κατάφερα να φτάσω, ενώ το ήθελα,  ήταν ένα εγγλέζικο και ένα ρώσικο λιμάνι ” και πριν τον ρωτήσω βλέπει στα μάτια μου τη δίψα για να μάθω κάτι παραπάνω, τότε χαμογελά και  απαντά με νόημα:

“Η Βραζιλία, η Αργεντίνα και η κεντρική Αμερική είναι πανέμορφες, εκεί γνώρισα πολλούς ανθρώπους και γλέντησα με όμορφες γυναίκες, βοήθησαν και τα ιταλικά που έμαθα από παιδί. Παράλληλα έγραφα συνταγές μαγειρικής και  έμαθα τα εγγλέζικα γιατί είχα στόχο και ήξερα ότι θα μου χρειαστούν”.

Τα ταξίδια του στον κόσμο  κράτησαν πέντε ολόκληρα χρόνια και ο Αναστάσης, όπως το λαχταρούσε, κατέληξε όπως αρκετοί Καρπάθιοι στην Αμερική. Χρώσταγε στον εαυτό του μια δοκιμασία και στη μεγάλη πόλη.

Από το 1954 δούλεψε σταθερά, με λίγα μικρά διαλείμματα μέχρι τα μέσα του 1970. Εργάστηκε σκληρά σε διάφορες επιχειρήσεις εστίασης και από όλα τα πόστα, άλλοτε υπάλληλος, μάγειρας κι άλλες φορές ήταν ο ιδιοκτήτης.

Ο Αναστάσης Αγγέλου ήταν ένας καθαρός άνθρωπος, από εκείνους που δεν περίμεναν το μπράβο ή το χειροκρότημα για να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Συναισθηματικός, τόσο που όταν μιλούσε για τα περασμένα τον πρόδιδαν τα υγρά μάτια και εκείνες οι μικρές παύσεις που γεννούσε η αληθινή συγκίνηση. Ένας φιλότιμος και καθαρός πατριώτης που κάθε καλοκαίρι μπορούσες να τον συναντήσεις στις τακτικές απογευματινές αποσπερίες στη Μικρή Αμμοπή, στο στέκι του Μιχαήλου.

Εκεί μια μικρή παρέα σχολίαζε με γερή αίσθηση χιούμορ, με αυθεντικότητα και ειλικρίνεια τα βάσανα μιας περαστικής καθημερινότητας. Ήταν μια συντροφιά σοφών στο πιο γλυκό σημείο του πλανήτη, μάλλον για μια στιγμή ήταν ο παράδεισος.

Μας αποχαιρέτισε στις 12 του Ιούλη 2015, η δική του εποχή απομακρύνθηκε, κι όμως αφήνει πίσω μια κληρονομιά ήθους, ντομπροσύνης και καθαρότητας.

Ένα αληθινό παληκάρι έφυγε, ένας επαναστάτης λιγότερος…

Καλό ταξίδι, χαιρετίσματα στους αγωνιστές που σε περιμένουν και καλή αντάμωση, φίλε Αναστάση.

Υ.Γ. Ήθελε να τα γράψει όλα ετούτα ο Αναστάσης, ήθελε να τα μάθει ο κόσμος, πίστευε πως η κάθε εποχή αφήνει ένα άρωμα και πρέπει, επιβάλλεται, οι επόμενες γενιές να το νιώσουν.
Κι αν δεν καταφέρουν να το αισθανθούν σα να χάνουν κάτι από τις δεδομένες ανθρώπινες αξίες που φυλλοροούν…