Μιχάλης Κόκκινος: «Αυτό που ήθελα, ήταν όταν ξεπεζέψω να με χαιρετούν...»

Περίμενα  να προσαρμοστεί στη Ρόδο που δεν άφησε ποτέ, για να του προτείνω αυτή την κουβέντα.

Τέσσερα χρόνια ήταν αυτά! «Κι ένας μήνας...», προσθέτει ο ίδιος! 

Ο Μιχάλης Κόκκινος, έγινε ο μακροβιότερος στο υπουργείο Εξωτερικών στη θέση του επικεφαλής του Απόδημου Ελληνισμού.

Όταν άλλαξε η κυβέρνηση, άλλαξε κι εκείνος. Γύρισε στη γενέθλια πόλη, ανέλαβε το δικηγορικό του γραφείο, πριν είχε... εμπλακεί και πάλι σε εκλογές κι αγώνες, άλλωστε δεν φοβάται ν’ αλλάξει,  να εκτεθεί.

Ταξιδευτής, λέει ότι είναι που τα ταξίδια δεν τον έχουν κουράσει. Η συναναστροφή μαζί του δείχνει ότι έκλεισε κύκλους, κι ότι όλη αυτή η πορεία δεν «στέγνωσε την ψυχή του», σύμφωνα με τη φράση που είπε κάποτε ο Καραμανλής ο πρεσβύτερος.

«Δεν θέλησα να τη στεγνώσω, μου λέει, να τη στραγγίζω μόνο για να έχει να δώσει κι άλλο»!

Είστε πάλι εδώ, στο γραφείο σας. Τι συναισθήματα σάς έφερε η επιστροφή στη Ρόδο;
Στις μεγαλύτερες δυσκολίες της ζωής μου, αισθανόμουν ότι υπάρχει πάντα το δικό μου απάγκιο, κι αυτό ήταν το λιμάνι της Ρόδου. Όταν το ξεχνούσα καμιά φορά, στις δυσκολίες που αντιμετώπιζα ως μπροστάρης στην κεντρική πολιτική σκηνή τα τελευταία χρόνια, σαν φάρμακο, αλλά και σαν κίνητρο μαζί, λειτουργούσε για εμένα αυτό που μου μετέφεραν φίλοι και γνωστοί από την πατρίδα: ότι άθελά μου, είχα πετύχει κάτι που πάντα ζήλευα: έπαψα να έχω επίθετο. Ρώταγαν «πότε γυρίζει ο Μιχάλης μας;». Όταν ήρθα λοιπόν, πήρα τον μεγαλύτερο τίτλο τιμής που θα μπορούσα να φανταστώ. Κατάλαβα ότι πραγματικά ήμουν «ο Μιχάλης» της τοπικής κοινωνίας. 

Έχει μεγάλη σημασία για εσάς αυτό από ό,τι καταλαβαίνω!
Γι αυτό μίλησα προηγουμένως για απάγκιο. Αναφερόμουν στο ότι πάντα είχα στο μυαλό μου, όταν κατέβω από την κορυφή, σαν ξεπεζέψω, να με χαιρετούν. 

Πώς ήταν το ταξίδι που κάνατε; Ήταν μακρύ πάντως,! Θυμάστε πώς έγινε να κληθείτε να υπηρετήσετε στην κεντρική πολιτική σκηνή;
Τα ταξίδια, ξεκινούν πάντα με το σφύριγμα του πλοίου. Ήταν Μάρτης μήνας, αρχές του 2016 που σφύριξε το πλοίο για εμένα. Είναι απόγευμα, κι είμαι στο δρόμο για το γραφείο. Σηκώνω το τηλέφωνο, είναι ο υπουργός Εξωτερικών, τότε, της Ελλάδας ο Νίκος Κοτζιάς. Είμαι τότε Γραμματέας του Περιφερειακού Συμβουλίου και μαχόμενος δικηγόρος στη Ρόδο. Ο ήχος από το πλοίο ήταν το τηλεφώνημα αυτό. Ο Νίκος Κοτζιάς, ήταν ένας καθηγητής πανεπιστημίου που με τίμησε με τη φιλία του, πολύ πριν την ανάληψη των μεγάλων καθηκόντων του. Με πήρε τηλέφωνο εκείνο το απόγευμα και μου έκανε το εξής αστείο: «Το τηλέφωνο χτύπησε τρεις φορές, τόσο πολύ κάνεις να απαντήσεις στους πελάτες σου;». Του εξηγώ ότι «οδηγώ». Μου απαντά «αν οδηγείς, γι’ αυτό που θα σου πω πρέπει να κάθεσαι σε καρέκλα γιατί είναι ιδιαίτερα σοβαρό όχι μόνο για σένα, αλλά για την πατρίδα όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ κι εσύ...”. Αυτή ήταν η συνομιλία. Έτσι ξεκίνησε αυτό το ταξίδι.

Τι είχε, αυτό το ταξίδι τελικά;
Άγνωστο είχε. Άγνωστο και ηθική υποχρέωση. Κι αυτό που έμαθα από την οικογένειά μου: ακολουθία λόγων και πράξεων.

Κι αν σας έλεγα να σταματήσετε σ’ ένα σταθμό του, ποιον θα επιλέγατε;
Καταρχήν, εκεί που ταξίδεψα, είδα ότι η Ελλάδα είναι παντού. Όσο πιο μακριά, τόσο πιο γαλανόλευκη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες συγκινήθηκα. Στην Αυστραλία, έκλαψα. Ίσως, αυτό που ξεκίνησε αρχικά ως χρέος προς τους ξενιτεμένους συγγενείς μου, έγινε μάθημα ζωής για εμένα από τους ξενιτεμένους συμπατριώτες μου. Και πήραν νόημα για εμένα και τα τραγούδια της ξενιτιάς και ο πεζός και ο ποιητικός λόγος για τον νόστο και την αγάπη για την πατρίδα. Την αγάπη για την Ιδέα στην οποία θαρρώ πως πιστεύουμε όλοι και όλοι υπηρετούμε. Την Ιδέα που λέγεται Ελλάδα.



«Ο οδοιπόρος» του Φρίντριχ
«Ο οδοιπόρος» του Φρίντριχ

 

Μεγαλώσατε σε μία πολιτική οικογένεια, ο πατέρας σας ήταν δήμαρχος Ρόδου και πριν περιφερειάρχης Ιονίων Νήσων... Δεν σας μεγάλωσαν εσάς για να σας δούμε στον Δήμο, στην Περιφέρεια, στη Βουλή; Γίνεται αυτό, συμβαίνει!
Δύο αγόρια, πήραμε ακριβώς την ίδια ανατροφή. Ο Δημήτρης, ο αδελφός μου, είναι άνθρωπος που διακονεί στη διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο του τόπου μας. Ο ίδιος λέει: «πήρα το διδακτορικό μου για να διδάξω παιδιά. Κάποια στιγμή ολοκληρώνοντας τον κύκλο μου, αποφάσισα να διδάξω και τους μελλοντικούς δασκάλους...».  Εμείς, οι απόφοιτοι των νομικών σχολών, έχουμε αν θέλεις μία άποψη ότι η νομική ως επιστήμη, σου δίνει τη δυνατότητα να κάνεις πολλά πράγματα. Δωδεκανήσιος λοιπόν κι εγώ, ναυτικός όπως όλοι μας, διάβασα και πήρα τα πτυχία μου όχι με σκοπό να γίνω δικηγόρος, επιχειρηματίας, πολιτικός, αλλά ταξιδιώτης. Ταξιδιώτης της ζωής. Μ’ άρεσε να περπατώ με μία τάση πάντα κάθε φορά που έβλεπα ένα βουνό να υψώνεται μπροστά μου, να κατακτήσω την κορυφή του. Για έναν και μόνο λόγο. Υπάρχει ένας πίνακας ζωής που νομίζω ότι με χαρακτηρίζει. Είναι «Ο Οδοιπόρος» του Φρίντριχ. Ένας ταξιδιώτης, πάνω σε μία κορυφή.

Τι βλέπετε εσείς σ’ αυτόν τον πίνακα; Δεν βλέπουμε όλοι το ίδιο πράγμα σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής!
Βλέπω, μια καινούργια κορυφή. Κάθε κορυφή είναι ένα στοίχημα για εμένα, ένα στοίχημα προσφοράς στο συνάνθρωπο, κι αυτό προσπαθώ να περάσω στα παιδιά μου όπως μου το πέρασε ο δικός μου πατέρας. Όμως, σ’ έναν κόσμο που ενισχύεται ο ατομικισμός πρέπει να κρατάμε ένα κομμάτι από τον εαυτό μας, να το χαρίζουμε στην κοινωνία μας γιατί της χρωστάμε. Κάθε κορφή για εμένα είναι η στιγμή που αφορά ένα κομμάτι από την ψυχή μου, το οποίο θέλω να χαρίσω στην κοινωνία.

Δεν είναι φιλοδοξία, είναι προσφορά; Όχι ότι η φιλοδοξία είναι μομφή, αλλά δεν είναι φιλοδοξία;
Είναι φιλοδοξία η δυνατότητα του να προσφέρεις το αυτονόητο, έχοντας ο ίδιος την εξουσία να το κάνεις; Και απαντώ. Τελικά είναι προτιμότερο να απαιτείς ή να επαιτείς; 

Διοικητής στο Νοσοκομείο της Ρόδου, Γραμματέας του Περιφερειακού Συμβουλίου Νοτίου Αιγαίου, Κυβερνητικό στέλεχος πρώτης γραμμής στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος ως επικεφαλής του  Γραφείου του Απόδημου Ελληνισμού! Πού καταθέσατε ψυχή;
Γύρω στο 1974-1975 όταν τα παιδιά του νηπιαγωγείου μαθαίνανε τα παιδικά ποιήματα, ο δικός μου πατέρας μου είχε μάθει και μ’ έβαζε στις παρέες να απαγγέλνω Καζαντζάκη, κι ένα ποίημα που το θυμάμαι ακόμα απ’ έξω: «στων Ψαρών την ολόμαυρη μάχη...»... Το θυμάμαι απέξω, μέχρι το κόμμα του. Μεγαλώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο είχα δύο πράγματα ψηλά: την πατρίδα και την ευθύνη. Όταν έγινα 22 χρονών, μετά τις σπουδές μου, πήγα και δούλεψα για επτά χρόνια στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ύστερα είπα ένα μεγάλο ψέμα στην οικογένειά μου, ότι εξασφάλισα υψηλό μισθό στην Αθήνα, για να δουλέψω στον ιδιωτικό τομέα όπου και δούλεψα. Ήθελα να μπορέσω να ενταχθώ στην κοινωνία με τον τρόπο που ήθελα εγώ: ολοκληρωμένα, με πλήρη γνώση αυτού που ο κόσμος ονομάζει «πιάτσα». Αργότερα, ήρθε η επιστροφή στη Ρόδο και η έναρξη της μαχόμενης δικηγορίας, την οποία ξεκίνησα με τα διδάγματα της περιπλάνησής μου στον κόσμο. Αυτές ήταν οι πρώτες κορφές. Σήμερα, αισθάνομαι την ικανοποίηση ότι άφησα ένα σημάδι από το πέρασμά μου στις Βρυξέλλες, από το πέρασμά μου στον τραπεζικό τομέα, αλλά κυρίως στο πέρασμά μου από το νοσοκομείο «Μετροπόλιταν» όπου ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη δημιουργία του από τότε που μπήκαν τα θεμέλια της οικοδομής του, για να γίνω στη συνέχεια προσωπάρχης και γραμματέας του Διοικητικού του Συμβουλίου.

Κάνατε πολλά από πολύ νωρίς και κατακτήσατε μεγάλα αξιώματα. Πού καταθέσατε ψυχή και πώς γίνονται αυτά, τι χρειάζεται πέρα από στόχους;
Κανείς δεν πετυχαίνει τίποτα μονάχος του. Υπάρχουν άνθρωποι που με στήριξαν σε όλη αυτή την πορεία. Με στήριξαν σε κάθε ανάβαση, για τις κορφές που έβρισκα μπροστά μου. Έχω να σας πω, «προσέξτε τους ορειβάτες...»  Άρα, μου είναι πολύ δύσκολο να πω πού κατέθεσα περισσότερη ψυχή. Η απάντηση είναι, παντού. Νομίζω ότι δεν αξίζει να κάνει κανείς κάτι αν δεν το κάνει με πάθος, κι αυτό δεν αφορά τους άλλους, αφορά τον ίδιο σου τον εαυτό. Γουστάρεις και το κάνεις.

Αλλάξατε πολιτικό χώρο, τον χώρο που ενέπνευσε τα νεανικά σας χρόνια! Γιατί;
Άλλαξα άραγε; Μήπως δεν άλλαξα; Είμαι και παραμένω στο χώρο της πατριωτικής αριστεράς χωρίς καμία απολύτως μετακίνηση. Συμμετέχω στην πολιτική γραμματεία του «Πράττω», μια Κίνηση Πολιτών. Περίπου το 70% της Πολιτικής Γραμματείας της Κίνησης αυτής είναι στελέχη της νεολαίας ΠΑΣΟΚ, του Ανδρέα Παπανδρέου που βρέθηκαν μαζί με τους κομμουνιστές εκείνους που αντιτάχθηκαν στη σύμπραξη Φλωράκη με Μητσοτάκη, το 1989. Νομίζω ότι δεν υπάρχει καλύτερη πολιτική χημεία απ’ αυτήν. Όταν μένεις πιστός στον πατριωτισμό, την κοινωνική ευαισθησία, την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά. Πού άλλαξα λοιπόν; Δεν πέτυχα τίποτα στη ζωή μου, μόνος. Τα πάντα τα οφείλω σε ανθρώπους που με πίστεψαν και με στήριξαν. Πήρα κι έδωσα και προφανώς θα συνεχίσω να παίρνω και να δίνω.

Σήμερα, τι κάνετε πέρα από το να δουλεύετε με πάθος, όπως λέτε,  στο δικηγορικό σας γραφείο;
Σήμερα, έχω την πολυτέλεια, το ίδιο ακριβώς κομμάτι της ψυχής μου που προσφέρω στην κοινωνία, να το χαρίζω και στους δύο θησαυρούς μου, το Μάνο και τον Αριστοτέλη, αλλά και στην οικογένειά μου, κι εκείνους που θεωρώ οικογένειά μου. Γι’ αυτό δεν στέγνωσα την ψυχή μου προκειμένου να υπηρετήσω την πατρίδα. Θα συνεχίσω να τη στραγγίζω όμως για να εξακολουθήσω να δίνω. Γιατί όταν δίνεις, παίρνεις κιόλας.