Λεξιστορείν: Ο κατευνασμός!

Το ουσιαστικό κατευνασμός και το ρήμα κατευνάζω σημαίνει «καθησυχάζω κάποιον, τον ηρεμώ».

Πρόκειται για μια σύνθετη λέξη με α’ συνθετικό την πρόθεση κατά και β’ συνθετικό το ρήμα ευνάζω (από το ουσιαστικό ευνή = το κρεβάτι) με πρώτη σημασία «βάζω κάποιον στο κρεβάτι, τον αποκοιμίζω» ( άρα τον ηρεμώ).