Κι αν ήσουν εσύ;

Γράφει ο Κυριάκος Μιχ. Χονδρός

Κι αν ήσουν εσύ; Μα τι λέω, ήσουν εσύ. Πέρασαν από τότε 97 χρόνια κι ακόμα υπάρχεις με όλες τις πληγές σου, με όλες τις μνήμες σου, με όλη την ιστορία και τη γεωγραφία φορτωμένα στην πλάτη σου! 

Γιατί τότε, ξεκληρίστηκες, έτσι χωρίς τη θέλησή σου, γιατί κάποιες χώρες το ήθελαν.

Δεν μπόρεσες να πάρεις αυτά που με κόπο δημιούργησες. Φόρεσες δυο παλτά, αγκάλιασες το εικόνισμα της Μεγαλόχαρης και αγκάλιασες τον θάνατό σου. Άθελα σου.

Και ήσουν εκεί, όταν έβλεπες το βιός σου να καταρρέει εντελώς και συ να τρέχεις σαν τρελός. Πίσω το μαχαίρι και η φωτιά των Τούρκων και μπροστά σου οι αφιλόξενοι πολιτισμένοι Ευρωπαίοι, αυτοί που σε έσπρωξαν στην καταστροφή και στην τραγωδία για τα δικά τους συμφέροντα. Για τα πετρέλαια, όπως και σήμερα.

Και ήσουν εκεί, όταν έφτασες στη θάλασσα και οργίστηκες όταν η μουσική των πλοίων σκέπαζαν τα ουρλιαχτά σου. Και βούλιαξες στο θαλασσινό νερό, σαν μια πέτρα άψυχη, γιατί όταν είσαι θύμα ενός εγκλήματος, μοιάζεις με κάτι το άψυχο, αφού δεν υπήρχε  ανθρωπιά.

Και αφού κατάφερες να ανέβεις σε κατάστρωμα ανάμεσα σε δάκρυα, σε κραυγές σε απόγνωση και με προορισμό το άγνωστο, εγκαταλείφθηκες σαν να μην είσαι άνθρωπος, σαν να μην είσαι λαός. Η μόνη σου παρηγοριά μέσα στην οδύνη, το κλάμα των παιδιών που κατάφεραν να επιζήσουν. Αλλά και πάλι χωρίς να γνωρίζεις τι ακριβώς σε περιμένει…

Και ήσουν εκεί ο απροστάτευτος, ο ανήμπορος, ο σακατεμένος λαός ενός κατώτερου Θεού.

Γιατί δεν έφτανε ο ξεριζωμός, δεν έφτανε η απώλεια της περιουσίας σου, κινητής και ακίνητης, δεν έφτανε το γκρέμισμα των ονείρων σου, τώρα σε περιμένεις μια δεύτερη τραγωδία.

Έφτασες σε ένα λαμπρό τόπο που γέννησε τη δημοκρατία και τον πολιτισμό, αλλά εκείμνο τον καιρό θα αντιμετωπίσεις την περιφρόνηση, την απανθρωπιά, και θα γίνεις ένας ανοχύρωτος.

Είσαι ένας ξένος μέσα στο πλήθος. Όχι εδώ, όχι εκεί, όχι παραπέρα. Είσαι τουρκόσπορος, είσαι ξένος, είσαι μίασμα, είσαι πρόσφυγας χωρίς χαρτιά. Πώς σε λένε; Οι πόρτες είναι κλειστές, τα παράθυρα, οι δρόμοι, τα σχολεία και οι πλατείες κλειστές. Όλα κλειστά.

Υπάρχει  κάπου, ένας χώρος με λασπόνερα, με βάλτους, χωρίς νερό, χωρίς τα απαραίτητα, τράβα  εκεί να επιζήσεις και καλά σου είναι. Εμείς δεν θέλουμε μετανάστες.

Εμείς δεν θέλουμε λαθρομετανάστες.

Εμείς δεν θέλουμε να μας ταράξετε τη γαλήνη μας. Δεν σας ξέρουμε, δεν θέλουμε την παρουσία σας. Θρίαμβος της ξενοφοβίας και  ρατσισμού.

Μα δεν υπάρχουν στη γλώσσα μου λέξεις  που να εκφράζουν τον πόνο και το μαρτύριό σου, λαέ μου.
Έτσι λοιπόν αναγκάστηκες  και μπήκες μέσα στη λάσπη, στο χώμα χωρίς καμιά βοήθεια, χωρίς περίθαλψη, χωρίς αγάπη. 

Με τη τέχνη σου, την υπομονή, το μεράκι, τη γνώση σου, άρχισες από το μηδέν να δημιουργείς.

Γονιμοποίησες  το αφιλόξενο χώμα και καρποφόρησαν τα δέντρα και η φύση πρασίνισε και η πλάση χαμογέλασε. Αλλά ο ήλιος ντροπιασμένος κοκκίνισε  πολύ  και κρύφτηκε μέσα στα σύννεφα,  για την κακότητα των συνανθρώπων.

Γιατί μόνο οι κοντόφθαλμοι, οι άμυαλοι, οι φτωχοί στην καρδιά, οι άρρωστοι στα μυαλά, βλέπουν εχθρικά τον συνάνθρωπό τους.

Και εσύ, λαέ μου, χωρίς υλικά, μόνο με την ψυχή και  το μυαλό, έδωσες χωρίς να πάρεις, πρόσφερες χωρίς να λυγίσεις, έμεινες όρθιος χωρίς να σκοντάψεις.

Αντικατέστησες την τραγωδία και την καταστροφή με έργα  προόδου και ειρήνης.

Και αφού κοντεύει ένας αιώνας, από τη μεγαλύτερη τραγωδία του νεότερου ελληνισμού, πάλι ξεχάστηκες, λαέ μου. Όχι γιατί ψάχνουμε να γιορτάζουμε επετείους, αλλά για να μην ξαναζήσουμε δραματικά γεγονότα. Για να γνωρίζουν οι νέοι,  η νέα γενιά.

Η ιστορική μνήμη δεν είναι πολυτέλεια και δεν αφορά μόνο τους ιστορικούς, αλλά αποτελεί εργαλείο όλων για να ερμηνεύσουμε το παρελθόν και το παρόν και για να μπορέσουμε να αναλάβουμε τον ιστορικό μας ρόλο.

Η τεχνολογική εξέλιξη, η επιστημονική πρόοδος, η έξαρση του ρατσισμού, δεν μπορούν να ερμηνευτούν σωστά, αν δεν δεν αναλυθούν μέσα από την ιστορική μνήμη σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας, πολιτικό, ηθικό, πολιτιστικό, οικονομικό.

Σημ.: Ο συγγραφέας πρόκειται να συνθέσει τον προσεχή χειμώνα ένα ροδίτικο μυθιστόρημα με τίτλο «Η διαβολογυναίκα».