Στην Ευρώπη το αίτημα  για τον ΦΠΑ των νησιών

Της Τέτας Βαρλάμη, στην «Κοινή Γνώμη»

Η επαναφορά των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά τέθηκε από τον Πρόεδρο του Επιμελητηρίου Κυκλάδων, Γ. Ρούσσο, στην εισήγησή του στο Δίκτυο Νησιωτικών Επιμελητηρίων Ευρώπης (INSULEUR).

Συνεδρίασε στο νησί Γκόζο της Μάλτας το Δίκτυο Νησιωτικών Επιμελητηρίων Ευρώπης (INSULEUR), με μεγάλη συμμετοχή των Επιμελητηρίων των νησιωτικών περιοχών των ευρωπαϊκών κρατών.
Μεταξύ των συμμετεχόντων και το Επιμελητήριο Κυκλάδων, δια του προέδρου του, Γιάννη Ρούσσου, ο οποίος και έθεσε στην ομιλία του το θέμα, το οποίο συμπεριλαμβανόταν στην ημερήσια διάταξη, των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ στα νησιά, του οποίου ήταν και ο εισηγητής.

Η εισήγηση του προέδρου του Επιμελητηρίου Κυκλάδων είχε δύο σκέλη, εκ των οποίων το πρώτο επικέντρωνε στη δημοσιοποίηση, σε όλα τα μέλη του Δικτύου, ότι ενώ στις νησιωτικές περιοχές της Ελλάδας ίσχυε ο μειωμένος ΦΠΑ, λόγω της οικονομικής κρίσης αυτό άρθηκε, οπότε πρέπει να επανέλθει.
Το δεύτερο σκέλος αφορούσε αίτημα, το οποίο έγινε ομόφωνα αποδεκτό, για αποστολή, εκ μέρους του Insuleur, επιστολής τόσο προς τον Έλληνα πρωθυπουργό, όσο και προς όλους τους πρωθυπουργούς των χωρών που εκπροσωπούνται στο Δίκτυο, για την επαναφορά των μειωμένων φορολογικών συντελεστών στα νησιά.

Επισήμανση στην ευρωπαϊκή οδηγία
Μιλώντας στην «Κοινή Γνώμη» ο κ. Ρούσσος ανέφερε: «αφού διευκρίνισα ότι με την υπάρχουσα ευρωπαϊκή οδηγία, η χώρας μας μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να τα καταφέρει, ζήτησα να μπει στην οδηγία της Ευρώπης για τον ΦΠΑ, η οποία είναι σε εξέλιξη, η πρόβλεψη να μπορούν τα κράτη-μέλη, όταν το επιθυμούν, να ζητούν και να εφαρμόζουν τις εξαιρέσεις».

Σε ό,τι αφορά στο θέμα που έθεσε περί γενικευμένων ευρωπαϊκών ενεργειών, είπε πως «αυτό είναι το σημαντικότερο στη συγκεκριμένη στιγμή, καθώς πρέπει να προλάβουμε να συμπεριληφθεί στην ευρωπαϊκή οδηγία, γιατί εάν ψηφιστεί νέα οδηγία, χωρίς να περιλαμβάνει πρόβλεψη, δεν θα μπορεί κανένα κράτος να αλλάξει ό,τι αφορά στον ΦΠΑ».
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι με το ισχύον καθεστώς, εφ’ όσον προβλέπεται, έχει τη δυνατότητα η κάθε χώρα της Ένωσης να ζητήσει την εφαρμογή εξαίρεσης ή να ζητήσει την επαναφορά του προηγούμενου φορολογικού καθεστώτος, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας. Εάν όμως στην καινούρια οδηγία που οδεύει προς ψήφιση δεν συμπεριλαμβάνει την πρόβλεψη για την εξαίρεση για τον ΦΠΑ, τότε δεν θα μπορέσει καμία χώρα εκ των υστέρων να το απαιτήσει.

Ερωτώμενος ο κ. Ρούσσος για το εάν αυτή η πρότασή του, για τη συμπερίληψη στην ευρωπαϊκή οδηγία της πρόβλεψης εξαίρεσης, βρήκε συμμάχους από τους εκπροσώπους των ευρωπαϊκών νησιωτικών Επιμελητηρίων, απάντησε ότι «η απάντηση ήταν ομόφωνα θετική. Τα κράτη-μέλη, πληροφορούμενα ότι είναι απαραίτητη η επισήμανση και στη νέα ευρωπαϊκή οδηγία, συμφώνησαν να την αιτηθούν και εκείνα».

Εξήγησε δε πως «μία αλλαγή του ΦΠΑ στην Ευρώπη έχει μία διαδικασία η οποία μπορεί και να διαρκέσει ακόμα και 2 χρόνια. Έχει περάσει ήδη γύρω στον 1,5 χρόνο από τότε που ξεκίνησε η νέα διαδικασία. Περνάει από κάποια στάδια και τέλος φτάνει στο Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων (ECOFIN), που είναι αρμόδιο για την οικονομική πολιτική της ΕΕ και εκεί απαιτείται ομόφωνη απόφαση για να περάσουν οι όποιες αλλαγές. Όμως σημαντικό είναι ότι μέχρι στιγμής η χώρα μας δεν έχει ζητήσει καμία αλλαγή, βάσει της εξαίρεσης. Πριν από λίγες μέρες, όπως πληροφορηθήκαμε, τέθηκε η επιφύλαξη, από εκπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης, οπότε αυτό δίνει τη δυνατότητα στον Υπουργό Οικονομικών, όταν φτάσει εκείνη η ώρα, να έχει το δικαίωμα να πετύχει την εξαίρεση».

Να αναφερθεί ότι μέχρι τώρα η μόνη χώρα που έχει ζητήσει την εφαρμογή της εξαίρεσης είναι, για κάποια συγκεκριμένα είδη, η Γερμανία. Στα κράτη όπου ίσχυε ήδη ο μειωμένος ΦΠΑ, δεν είχαν κανένα λόγο να εστιάσουν στο γεγονός ότι και στη νέα οδηγία θα πρέπει να υπάρχει η επισήμανση της επιφύλαξης ώστε όταν απαιτηθεί να μπορούν να ζητήσουν εξαίρεση.
Τώρα που το θέμα τέθηκε σε όλα τα νησιωτικά Επιμελητήρια της Ευρώπης, πλέον και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη, μαζί με την Ελλάδα, θα ζητήσουν να υπάρξει αυτή η δυνατότητα και στη νέα ευρωπαϊκή οδηγία και όποτε το θελήσουν και χρειαστεί να μπορούν να εφαρμόσουν την εξαίρεση.

Αυτό έρχεται να επιβεβαιώσει και τους συμμάχους που βρήκε η ελληνική πρόταση, καθώς όπως εξήγησε και ο κ. Ρούσσος «επειδή στο ecofin απαιτείται ομοφωνία απόφασης, εάν αυτή την επισήμανση στην οδηγία δεν τη ζητήσει μόνο η Ελλάδα αλλά και οι άλλες χώρες, τότε είναι πιο εύκολο να περάσει. Τα θέματα που επεξεργάζεται μία οδηγία είναι πάρα πολλά. Όμως εάν κάποια ζητήματα δεν έχουν επισημανθεί δεν πρόκειται και να ψηφιστούν».

Αναφορά στην ειδική περίπτωση της Ελλάδας
Ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας, σε ό,τι αφορά τη μεταβολή του καθεστώτος των φορολογικών συντελεστών των νησιών, ο πρόεδρος του Επιμελητηρίου, κατόπιν της ενημέρωσης επί του θέματος στην εισήγησή του, διαπίστωσε ότι αρκετοί επιμελητηριακοί εκπρόσωποι της Ευρώπης δεν το γνώριζαν και δεν είχαν ασχοληθεί.
Όπως ο ίδιος επεσήμανε επ’ αυτού «μπορεί να μην γνώριζαν γιατί τα μεγέθη των νησιωτικών Επιμελητηρίων της Ευρώπης παρουσιάζουν ανισότητες, διότι άλλο το μέγεθος της Κορσικής της Γαλλίας ή της Σαρδηνίας της Ιταλίας ή των Βαλεαρίδων της Ισπανίας με εμάς. Έχουμε τελείως διαφορετικά μεγέθη και τελείως διαφορετικά προβλήματα, όπως και διαφορετικές πολιτικές. Οπότε πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι δεν υπάρχει παντού μειωμένος ΦΠΑ, παρά σε συγκεκριμένες εξαιρέσεις και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις».

Για την αναγκαιότητα του μειωμένου ΦΠΑ στα νησιά της Ελλάδας, όπως εξήγησε ο κ. Ρούσσος και στην εισήγησή του «και εντός της Ελλάδας έχουμε διαφορετικές «ταχύτητες» της ηπειρωτικής με τη νησιωτική χώρα, οπότε αυτό που είπαν όλοι είναι ότι πρέπει να βρεθεί μία λύση και ο καλύτερος τρόπος ώστε όλοι φορείς όπως το Insuleur, που εκπροσωπούν και τα κράτη αλλά και την Ευρώπη, να δουν την πραγματική εικόνα που αφορά τα ελληνικά νησιά και όχι μόνο την εικόνα του καλοκαιριού που έχουν γι’ αυτά».

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα που χρησιμοποίησε εξηγώντας στους συνέδρους την υπάρχουσα κατάσταση, ότι τα νησιά δεν είναι μόνο το τουριστικό πρόσημο με το οποίο αντιμετωπίζονται αλλά είναι και οι δυσκολίες που έχουν, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «ένα δέμα  για να μεταφερθεί από τη Σχοινούσα στο εσωτερικό της χώρας, μπορεί να έχει ένα ανάλογο κόστος εάν το ίδιο δέμα μεταφερόταν από την Αθήνα στο Βερολίνο».
Αυτό το παράδειγμα τονίζει το μέγεθος των διαφορών και των ανισοτήτων που διαμορφώνουν τη φορολογική πραγματικότητα των νησιών της Ελλάδας, τονίζοντας ότι «έχουν διαμορφωθεί δύσκολες συνθήκες στα νησιά των Κυκλάδων, σχετικά με τη μεταφορά».

Συντονισμός  ενεργειών προς την κυβέρνηση
Για την αποδοχή του αιτήματος για τους μειωμένους φορολογικούς συντελεστές στα νησιά, τόνισε ότι απαιτείται συντονισμός μεταξύ των φορέων στα αιτήματα προς την κυβέρνηση, όμως επεσήμανε ότι «σε κάθε περίπτωση θα πρέπει παράλληλα να ζητάμε να παραμείνει το μέτρου το Μεταφορικού Ισοδύναμου, διότι μπορεί να είναι ένα μέτρο που είχε, μέχρι στιγμής, μικρή αποδοχή από τις επιχειρήσεις, μόλις 27%, αφού όμως έχουν δεσμευτεί οι πιστώσεις για την εφαρμογή του για τα επόμενα 5 χρόνια, δεν βρίσκω τον λόγο να μην εξυπηρετούνται οι πολίτες των νησιών και οι νησιωτικές επιχειρήσεις μέχρι να αρχίσει να ξαναλειτουργεί στην αγορά η επαναφορά του ΦΠΑ».

Για τις ενέργειες του Επιμελητηρίου Κυκλάδων σχετικά με το θέμα ο πρόεδρός του τόνισε ότι «από την ημέρα που χάσαμε τον ΦΠΑ το Επιμελητήριο Κυκλάδων ασχολείται συστηματικά μέχρι σήμερα. Η πρόθεση του Επιμελητηρίου ήταν να ξαναθέσει το θέμα πρώτα στους Εμπορικούς Συλλόγους των νησιών, για να υπάρχει εγρήγορση και των τοπικών φορέων των νησιών, όπως και το έκανε στο πρόσφατο συνέδριο στην Τήνο. Στη συνέχεια το θέμα να επεκταθεί και σε πιο διευρυμένα όργανα όπως το Δίκτυο Νησιωτικών Επιμελητηρίων Ευρώπης, όπου και έκανα τη σχετική εισήγηση».

Για το θέμα που έθεσε, αυτό της επαναφοράς του παλαιού καθεστώτος ΦΠΑ στα νησιά, σε σχέση με την Ελληνική κυβέρνηση ο κ. Ρούσσος διευκρίνισε ότι «αυτό πρέπει να γίνει σε εύλογο χρόνο, γιατί δεν είναι σκόπιμο, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, σε μία νέα κυβέρνηση, τους πρώτους μήνες που ξεκινάει και με τόσα θέματα που έχει να αντιμετωπίσει, να φέρουμε το θέμα, όσο δεν υπάρχει ο δημοσιονομικός χώρος για να εφαρμοστεί, μπορεί και να χαθεί.

Οπότε αυτό θα πρέπει να επανέλθει κατόπιν μίας συλλογικής κίνησης, η οποία θα γίνει στον κατάλληλο χρόνο και με συστηματική προσπάθεια. Προφανώς και δεν θα είναι μόνο το Επιμελητήριο, αλλά θα πρέπει να είναι το σύνολο των φορέων της περιοχής, όλοι όσοι εκπροσωπούν από οποιαδήποτε θέση και από κοινού να επιλεγεί η χρονική στιγμή για να τεθεί το θέμα σε υψηλό επίπεδο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κάθε φορές, σε οποιαδήποτε επαφή που κάνει με την κυβέρνηση, δεν θα το θέτει προς ισχυροποίηση του αιτήματος της επαναφοράς».

Πάντως ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου δεν παρέλειψε να εκφράσει την ικανοποίησή του προς τη Γενική Γραμματέα Φορολογικών Εσόδων, καθώς σημείωσε ότι «ήταν το πρόσωπο που άμεσα ενήργησε, αφού γνωρίζει πολύ καλά τα θέματα των Βρυξελλών, ώστε να τεθεί ήδη η πρώτη επιφύλαξη εκ μέρους της χώρας μας στη νέα ευρωπαϊκή οδηγία».