Η Μαριγούλα του «Σωτήρα»...

Γράφει ο Δανιήλ Σπάρταλης

Σελίδες ἀπό ἕνα ἀδημοσίευτο τετράδιο…

Εἶχε ἀπό ὥρα σκοτεινιάσει‧ τό τηλέφωνο κτύπησε καί ἡ ραγισμένη φωνή τῆς Μαρίας (ἀπό παλιά πολύ καλή γειτόνισσα) ἀναγγέλλει: «ἡ Μαριγούλα μας, μᾶς ἄφησε χρόνους…» Ἦταν πάνω ἀπό τά 90 της…

Ἀκόμα ἕνα ξαφνικό κάλεσμα…Ἕνα καρδιακό, φιλικό τηλεφώνημα ἀπό αὐτά πού, στά καλά καθούμενα, ἔρχεται νά φρεσκάρει τή μνήμη καί νά σέ φέρει ξανά στά πίσω…

Ἀπό ἐκεῖνα πού δέχεσαι, κάποια ὥρα καί στιγμή καί σάν ἡ γραμμή κλείσει, ἀφήνουν γύρω σου νά αἰωρεῖται μιά ἀνάλαφρη αἴσθηση, ἕνας ἀέρας εὐχάριστος πού διαρκεῖ καί σέ γαληνεύει…Εἶναι σάν νά κουβαλᾶ μαζί του ἕνα εὐχάριστο ἄρωμα, διεισδυτικό…Βγαλμένο ἀπό καθαρή ἄδολη καρδιά μέ ἀνιδιοτελῆ καί καθόλου προσποιητή εὐγένεια καί ὁποιονδήποτε «καθωσπρεπισμό»…

Ἕνα αἴσθημα πού σέ κρατᾶ ἄφωνο γιά λίγες στιγμές, μέ τίς σκέψεις νά κάνουν κύκλους…Χορεύοντας συνεχῶς, νά σέ τριγυρνοῦν καί τότε…

Φέρνεις μπροστά σου το ρυτιδωμένο ἀπό τά χρόνια ἥρεμο πρόσωπο…Τήν γαλήνια γεροντική μορφή, μέ τό μόλις διακρινόμενο ἀχνό χαμόγελο στά χείλη…

Μέ τήν γλυκειά χαμηλή, τρεμουλιαστή φωνή πού, μέ τήν νησιώτικη προφορά της, συνοδεύει τόν πάντοτε παρηγορητικό της λόγο…

Ἕνα εἰλικρινές οἰκεῖο, ἀδελφικό ἐνδιαφέρον πού ἀναβλύζει ἀπό τά ἐνδόμυχα μιᾶς ἄκακης καρδιᾶς…

Χωλός καί ἐμφανής ὁ βηματισμός στό κυρτωμένο ἀπό τά πολλά παλέματα τῆς ζωῆς ἰσχνό σῶμα…

Πολλά τά φουρτουνιασμένα κύματα…Οἱ καημοί καί οἱ θλίψεις πού ἀπαντήθηκαν στήν μακριά πορεία τῶν δεκαετιῶν πού ἀγόγγυστα οἱ ὧρες σηκώνουν…Ἀπό χρόνια καί ἡ μαύρη πένθιμη περιβολή…Νά θυμᾶται μήπως τά ἄλλα; Τά πλουμιστά καί χαρωπά χρώματα τῆς νιότης;

Καί πόσα τά χρόνια, πού μοναδική παρηγοριά στήν μοναξιά καί τήν ἀνημπόρια, στίς ἀναπόδραστες ἀναδρομές τοῦ νοῦ καί στίς γεροντικές σκέψεις, ἡ φροντίδα τῆς φουντωτῆς τριανταφυλλιᾶς στήν μικρή ἐσωτερική αὐλή πού τόσο τήν ἀνάπαυε! Μαζί καί τό συγύρισμα τῆς ταπεινῆς κάμαρης καί ἡ καθημερινή ἔγνοια τῆς λιτῆς ἐπιβίωσης…

Μά, καί νά μήν παραλείπει τό καθημερινό ἀδειάλειπτο ἄναμα τοῦ καντηλιοῦ, πάνω στό γωνιακό ράφι τοῦ ἀσβεστωμένου τοίχου…Ἕνας ἀπέριττος χῶρος μέ μόνον τά χρειαζούμενα, μά καί μέ τ’ ἀγαπημένα της ἐργόχειρα, νά στολίζουν τά λιγοστά ἔπιπλα πού ἀκόμα παρέμειναν στο φτωχό καμαράκι της…Ἑκεῖ καί τά πολλά εἰκονίσματα…

Μερικά ξυλένια, παλιά…Μορφές βυζαντινές ἁγίων…Κι’ ἄλλα διάφορα, τυπωμένα σέ φθηνό ἁπλό χαρτί…Γλυκειά της προσμονή ὁ ἦχος τῆς καμπάνας τοῦ «Σωτῆρα»! Νά τήν προσκαλεῖ στόν ἑσπερινό…Σέ κάποια αὐγουστιάτικη «παράκληση τῆς Παναγίας»...Στην Κυριακάτικη σύναξη τῆς ἐνορίας…

Ὅσο καιρό τά γόνατα κρατοῦσαν δέν εἶχε καμίαν ἀνάγκη. Μπορετά καί τά «καμιά τρακοσαριά» βήματα μέχρι τήν ἐκκλησιά τῆς «Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος».

Νωρίς νά σηκωθεῖ, νά προφτάσει…ν’ ἀνάψει τά κάρβουνα… ἕτοιμο δίπλα τακτοποιημένο καί τό μοσχολίβανο γιά τό θυμιατό τοῦ παπά-Ἐπιφάνιου…Νά βρίσκεται πάντα ἐκεῖ, στήν ὥρα της!

Τώρα ὅμως; Τώρα; Κάποιος Χριστιανός πρέπει νά βρεθεῖ, νά τήν ὁδηγήσει ἕως τήν πόρτα τοῦ «Σωτῆρα» της…Κουτσαίνοντας κι’ ἀκουμπισμένη στό ξύλο τοῦ μπαστουνιοῦ, ἕνα κερί ν’ ἀνάψει στήν μεγάλη εἰκόνα μπροστά καί ἄφωνη νά σταθεῖ…Μέ τρεμάμενα χείλη νά ψελλίσει δυό λόγια προσευχητικά…

Πολύ παλιά…χρόνια πρίν θυμόταν…Θυμόταν, πού τήν ἄφηναν κι’ ἐκείνην νά πεῖ σέ κάποιο «’Απόδειπνο», χωρίς νά τό διαβάζει, μά, ἀπ’ ἔξω…τό «Ἄσπιλε, αμόλυντε…» Καί πόσον αὐτό τῆς ἔδινε χαρά!

Ἄλλα ὅμως, τότε, τά χρόνια…ἄλλη καί ἡ χροιά τῆς φωνῆς της…Μά, καί ὁ κόσμος ἄλλαξε κι’ αὐτός, ἔγινε διαφορετικός!

Καί πῶς ὅλα, τώρα, πίσω γυρνοῦν στήν θύμηση τήν γεροντική! Καί εἶναι…ὅλα νά μοιάζουν σάν τό ρίξιμο ἑνός χαλικιοῦ στήν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ…Τοῦ νεροῦ πού κάνει κύκλους καί…ξανά κύκλους… ὥσπου να σβήσουν!

«Καλέ, κε Δανιήλ…Τί μπού κάνεις, καλέ;…»
«Ἐσύ ‘σαι κυρία Μαριγούλα;»
«Ναί…Ναί, λέω σου…Έγώ ‘μαι. Ἄχ! Ἐγήρασα πιό…ἐν’ ἠμπορῶ!»

Καί δίχως ἡ φτωχιά νά πάρει ἀνάσα,
«Πῶς εἶσαι Δανιήλ μου; Μαθαίνω τα…ἀπό τήν Μαρία τή Φασουλάρη στήν ἐκκλησιά π’ ἀνταμώνουμε…»
Καί μέ κάποιες διακοπές στήν ἀναπνοή, νά συνεχίζει…
«Τά παιδιά, τ’ ἀγγόνια; Καλά;»

«Ὅλοι καλά, Μαριγούλα μου…Καλά…Ἐσύ, πῶς πᾶς; Νά ‘σαι πάντα γερή…»
«Ἄχ!...ἄχ…Τί νά ποῦμε; Δόξα σοι ὁ Θεός!»

Ζεστή ἡ κουβέντα της…Ἕνα ἐνδιαφέρον ἀγάπης…Ντόμπρες λέξεις, καθαρές…Ἀπό αὐτές πού δέν ἔχουν μέσα τους ἴχνος ἀπό ἐκεῖνα πού ὁ κόσμος τά ὀνομάζει «κατά συνθήκην ψεύδη…»

Ὄχι! Καθόλου…Τίποτ’ ἀπ’ ὅλ’ αὐτά! Ἀπό τήν καρδιά βγαλμένα καί εἰπωμένα. Μέ ἀτόφια χριστιανική ἀγάπη καί μόνον!

«Δέν ξεχνῶ…Δέν τήν ξεχνῶ Δανιήλ μου…Κάθε μέρα τήν ἔχω στήν προσευχή μου…Καλόν Παράδεισο σ’ ὅλους μας…Παναγία μου!»

Καί μέ αὐτά τά τελευταῖα της λόγια, ἔκλεισε ἡ ὀλιγόλεπτη κουβέντα μας…Μέ τῆς καρδιᾶς της τίς εὐχές…

Καί τώρα τί νά προσθέσω ἐγώ; Ἀλήθεια τί; Πού πλησιάζουν, φθάνουν καί πάλι…ἔρχονται…τά Χριστούγεννα…ἡ Πρωτοχρονιά…Καί μετά τό Πάσχα, τό ἀνοιξιάτικο μέ τήν λαμπροφόρα Ἀνάσταση…Κι’ ἐκείνη, ἡ ταπεινή νά θυμᾶται…

Νά θυμᾶται τήν βασιλόπιτά σου…Τά ἀβγά τά κόκκινα. Τά κουλούρια τά Λαμπριάτικα…Τήν «κρυφή», ἰδιαίτερη ἀγάπη σου, πού ποτέ δέν ξεχνοῦσες διακριτικά νά στέλνεις μαζί…

Ἀλλά καί πόσο πολύ μᾶς συγκινοῦσε τό λεπτό δικό της «φιλότιμο» μέ τήν καρδιακή ζεστή δική της ἀγαπητική ἀνταπόδοση καί μέ τό περίσσευμα τῆς αγάπης της!...

ΥΓ. Ἀλήθεια καί πόσες φορές δεν διερωτηθήκαμε, ποιό νά ‘ταν ἄραγε τό ἐπίθετο αὐτῆς τῆς ταπεινῆς καί ἥσυχης ὕπαρξης: Ποτέ ὅμως δέν ψάξαμε νά μάθουμε. Μᾶς ἀρκοῦσε τό: «ἡ Μαριγούλα τοῦ Σωτῆρα…» ὅπως καί τήν εἶχες καταχωρημένη στό «μπλέ μπλοκάκι» μέ τούς διάφορους ἀριθμούς τηλεφώνων…Ἔτσι, εὔκολα βρίσκαμε τόν ἀριθμό τοῦ δικοῦ της, στο γράμμα «Μ». Δηλαδή, «Μαριγούλα…Μαριγούλα τοῦ Σωτῆρα!...».