Στα πλαίσια των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν Ελλάδα και Τουρκία

(Είναι αδιανόητο το ενδεχόμενο να τεθεί ζήτημα αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Αιγαίου, ακόμη κι’ αν αποφασιστεί η παραπομπή της Ελλάδας και της Τουρκίας στη Χάγη)

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας
 

«Δύο καιρούς του λέγειν, ή περί ων οίσδα σαφώς, ή περί ων αναγκαίον ειπείν»
 (Να μιλάς μόνο σε δύο περιπτώσεις: ή όταν πρόκειται να πεις πράγματα που καλά γνωρίζεις, ή όταν η ανάγκη το απαιτεί).
Ισοκράτης, 436-338 π.Χ.

• • • • •

Τα τελευταία 4-5 χρόνια, περισσότερο από κάθε άλλη προηγούμενη συγκυρία, οι σχέσεις της Χώρας μας με την Τουρκία πηγαίνουν από το κακό στο χειρότερο.
Τόσο με τις καθημερινές παραβιάσεις του εναέριου ελληνικού χώρου, όσο και την προώθηση στην Ελλάδα παράνομους μετανάστες.
Ανατρέχοντας στον προ δεκαετίας Αθηναϊκό τύπο παρατηρείς συνεχείς δημοσιεύσεις της πορείας των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Στις 28.5.2006 ο πρώην Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος δημοσίευσε στην εφημερίδα “Η Καθημερινή” με τον τίτλο: «Υπάρχει τρόπος επιλύσεως των ελληνοτουρκικών διαφορών». 

Στο εν λόγω άρθρο του ο Κωστής Στεφανόπουλος υποστήριζε ότι η μόνη διέξοδος είναι η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για όλα τα θέματα,αφού, όπως γράφει, “εξαιρεθούν οι γκρίζες ζώνες”.
Το εν λόγω δημοσίευμα του Κωστή Στεφανόπουλου δημιούργησε αντιδράσεις και του καταλόγιζαν το σφάλμα, καθόσον υποστήριζε ότι θα πάμε στη Χάγη για όλα, εκτός από τις “γκρίζες ζώνες”. Τού καταλόγιζαν πώς δεν είχε αντιληφθεί ότι δεν είναι στο χέρι μας να αποφασίσουμε μόνοι μας, για ποια ζητήματα θα προσφύγουμε στη Χάγη. Θα χρειαστεί να διαπραγματευθούμε με την ίδια την Τουρκία, προκειμένου να υπογράψουμε “συνυποσχετικό”. Παράλληλα, στο εν λόγω άρθρο του ο Κωστής Στεφανόπουλος χαρακτήρισε ως μη σοβαρή άποψη ότι η ελληνοτουρκική διαφορά είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.

Δυστυχώς, έστω και προσωρινά η τοποθέτηση του Κωστή Στεφανόπουλου βρήκε υποστηρικτές τούς Κώστα Σημίτη και Γ. Παπανδρέου, οι οποίοι επί χρόνια διαχειρίστηκαν ως κυβέρνηση την εξωτερική πολιτική της Χώρας. Ειδικά, ο Αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, αφού εσπευσμένα τάχθηκε με όσα υπέδειξε ο Κώστας Στεφανόπουλος, στη συνέχεια ανασκεύασε την άποψή του κι’ έτσι βρέθηκε εκτεθειμένος με τα επιχειρήματά του. (“Πρόοδος” 7.6.2006).

Βεβαιότατα, ο ελληνικός λαός θέλει, αλλά και επιδιώκει την ειρηνική συμβίωση με τη γείτονα χώρα, αυτό, όμως, θα πρέπει να γίνει στα πλαίσια της αμοιβαιότητας. Γιατί, όπως ήταν διατυπωμένη η πρόταση του Κ. Στεφανόπουλου στην κρίση του Δικαστηρίου της Χάγης θα τεθούν μόνο ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και κανένα τουρκικό. Γνωστές, εξάλλου, είναι οι πολιτικές έξωθεν πιέσεις και ποικίλες σκοπιμότητες, που επιδρούν και παίρνονται οι αποφάσεις στα πάσης φύσεως τέτοιας μορφής Δικαστήρια, τα αποκαλούμενα Διεθνή.

Επ’ αυτού, ο πολιτικός επιστήμονας Κωνσταντίνος Χολέβας, έγραφε: «...Δεν συμφωνώ με την άποψη του Κ. Στεφανόπουλου ότι το Δικαστήριο Διεθνούς Δικαίου της Χάγης κρίνει κυρίως με νομικά και όχι πολιτικά κριτήρια. Πρόκειται για όργανο του ΟΗΕ και ο συγκεκριμένο Οργανισμός μάς έχει πείσει ότι λειτουργεί πρωτίστως με κριτήρια πολιτικών ισορροπιών και συμφερόντων». (“Ελ. Τύπος, 4-6-2006). 
Δυστυχώς, τέτοια φαινόμενα ασυνεννοησίας, ακραίας μορφής σε εθνικά θέματα, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις εκδηλώνονται και σε έκρηξη παθών, παρουσιάζονται  συχνά στην Ελληνική Ιστορία. Και το πλέον επιζήμιο είναι ότι εκδηλώνονται στην πιο κρίσιμη και ακατάλληλη στιγμή, με αποτέλεσμα να θολώνουν τη σκέψη και να δημιουργούν σύγχυση και διχόνοια.

• • • • •
Ύστερα από μερικές ημέρες από την διατυπωθείσα εκείνη πρόταση, οι ακραίες υποδείξεις του Κ. Στεφανόπουλου άρχισαν να αποδυναμώνονται αισθητά, να “ξεφουσκώνουν”, κατά το κοινώς λεγόμενο. Ενώ έπρεπε και σε αυτούς ακόμη τους αρχικά θιασώτες σοβαρότερες-υπευθυνότερες απόψεις. Προς τιμήν του ο πρώην υπουργός και σημαίνον στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, ο Γεράσιμος Αρσένης, σε δηλώσεις του τόνισε: «...Με ξάφνιασε και με απογοήτευσε η θέση του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλου περί προσφυγής στη Χάγη. Ήταν μία λάθος τοποθέτηση, σε λάθος χρόνο, καθώς άνοιξε θέματα, τα οποία δεν διευκολύνουν τη σφυρηλάτηση μιας Εθνικής στρατηγικής αυτή την στιγμή. Η πρόταση του Κ. Στεφανόπουλου αναβαθμίζει τις μονομερείς διεκδικήσεις της Τουρκίας σε διαφορές, που πρέπει ουσιαστικά να λύσει ένα πολιτικό Δικαστήριο στη Χάγη, θέματα τα οποία είναι της ευθύνης της Κυβέρνησης να χειριστεί ως εθνικά θέματα. Και ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ στο Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής, Παπουτσής, διαφοροποιούμενος από τον Παπανδρέου, απέφυγε να πάρει θέση, τόνισε ότι  «είναι και λάθος να απαντά κανείς με ένα ναι ή με ένα όχι». Επίσης, καθώς έχει γραφτεί χωρίς να διαψευστεί και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας, ο οποίος επί χρόνια διετέλεσε Υπουργός των Εξωτερικών επί Πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου, διαφώνησε και μάλιστα έντονα με τις θέσεις που  δημοσιοποίησε ο Κ. Στεφανόπουλος για το θέμα της Χάγης (“Ημερήσια”, 3.6.2006).

• • • • •
Φαίνεται πως ο Κ. Στεφανόπουλος, μπροστά στην αναταραχή που προκλήθηκε με τα όσα διετύπωσε στο άρθρο του της 28.5.2006, θεωρώντας αναγκαίο, επανήλθε με επιστολή του στις 4.6.2006 και ανέφερε, μεταξύ των άλλων: «...Είναι αληθές ότι το άρθρο μου προβάλλει μία πρόταση κατά γενικό τρόπο, χωρίς να αναφέρεται στα επιμέρους θέματα, που πρέπει να απαντηθούν προτού ληφθεί μία απόφαση. Δίνει το ερέθισμα γιατην περαιτέρω ανάπτυξη και προσέγγιση του ζητήματος, των σχέσεών μας με την Τουρκία. Είναι, συνεπώς, εύλογος ο προβληματισμός που προκλήθηκε και χρήσιμος η ανάπτυξη διαφόρων γνωμών θετικών ή αρνητικών».

Ο έγκριτος δημοσιογράφος και πολιτικός αναλυτής Σταύρος Λυγερός απάντησε την ίδια ημέρα (“Καθημερινή”, 4.6.2006), στον πρώην Πρόεδρο, αναφέροντας: «...Δεν αμφισβήτησα την φιλειρηνική πρόθεση του Κ. Στεφανόπουλου. Είναι αυτός, όμως, που υπέκυψε στον πειρασμό ενός ευτελούς “επιχειρήματος”. Το γεγονός ότι δεν θέλω η Ελλάδα να θέσει στην κρίση κάποιων δικαστών τον ακρωτηριασμό ή όχι της εδαφικής της ακεραιότητας, δεν με κάνει οπαδό του πολέμου. Έλεος κ. Πρόεδρε! Εξίσου, αυθαίρετος είναι και ο ισχυρισμός του Κ. Στεφανόπουλου ότι επιχείρησα να τον καταπτοήσω και ο υπαινιγμός ότι αμφισβήτησα τον πατριωτισμό του και τη λογική του.

Γιατί καταφεύγει σε τέτοιες ευκολίες;
«Δεν θέλω να πιστέψω ότι το κάνει, επειδή τον ενοχλεί η δημοσιογραφική κριτική. Αυτό που επεσήμανα ήταν ότι ο τρόπος με τον οποίον στο άρθρο του διαχώρισε τις “γκρίζες ζώνες” από του πακέτου των άλλων τουρκικών διεκδικήσεων, εμμέσως το νομιμοποιεί πολιτικά. Αναφορικά, δε, με τα επιχειρήματα για την αποστρατωτικοποίηση των νησιών, θεωρώ τουλάχιστον πολιτική αφέλεια να πιστέψει κανείς ότι η Τουρκία εν μία νυκτί θα μετατραπεί σε Ιταλία... Αλλά, ακόμα κι’ αν συνέβαινε αυτό το θαύμα, οι νησιώτες θα ένιωθαν δικαιολογημένα ανασφάλεια, εάν όχι ότι βρίσκονται σε καθεστώς ομηρίας με ό,τι αυτό συνεπάγεται».

Εν τω μεταξύ και ο Κ. Χολέβας, επί του προκειμένου, με την ίδια ημέρα (“Ελ. Τύπος”, 4.6.2009) έγραφε: «...Σαφώς διαφωνώ με την άποψη του τέως Προέδρου ότι θα πρέπει να τεθεί υπό δικαστική κρίση και αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών του Αιγαίου. Ο εξοπλισμός εκ μέρους της Ελλάδος νομιμοποιείται από το δικαίωμα της νόμιμης άμυνας, το οποίο κατοχυρώνεται από τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ... «Από πολλούς άλλους, άλλωστε, καταδικάζεται εξ ολοκλήρου και αυτή η παραπομπή στο Δικαστήριο της Χάγης. Ο Γιώργος Δέλαστικ για παράδειγμα, αναφέρει ότι η τυχόν προσφυγή στη Χάγη θα είναι περιπέτεια για την Ελλάδα και μόνο, αν προγηθούν γενναίες πολιτικές αποφάσεις έχει νόημα η παραπομπή. Τα προβλήματα, συνεχίζει πρωτίστως πολιτικά, έχοντας φυσικά και νομικές διαστάσεις, άρα δεν λύνονται μόνο με δικαστικές αποφάσεις».

• • • • •
Εκ μέρους της Κυβέρνησης, όλο εκείνο το διάστημα τηρήθηκε μια επαινετή διπλωματική αυτοσυγκράτηση και η Υπουργός των Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη ξεκαθάρισε ότι «η Ελλάδα δεν μπορεί να προσφύγει μονομερώς στη Χάγη, γιατί δεν θα είχε κανένα νόημα. Μεγάλη σημασία πριν καταλήξει κανείς στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης έχει η διαδικασία που προηγείται και το περιεχόμενο του συνυποσχετικού».
Και επί του προκειμένου, επιβάλλεται να ληφθεί η παρακάτω αναφερόμενη διαπίστωση. Ενώ η στρατιωτική ηγεσία της Χώρας θεωρεί αδιανόητο το ενδεχόμενο να τεθεί ζήτημα αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, ακόμα κι’ αν αποφασιστεί η παραπομπή διαφορών της Ελλάδας και της Τουρκίας στη Χάγη. Και η κοινή γνώμη επιδοκιμάζει τους σημερινούς κυβερνητικούς χειρισμούς επί των ελληνοτουρκικών.

• • • • •
Εάν ανατρέξουμε στην πρόσφατη ελληνική διπλωματική ιστορία θα διαπιστώσουμε ότι η Ελλάδα συμμορφώθηκε πλήρως με τους όρους της Συνθήκης της Λωζάνης της 24ης Ιουλίου 1923. Ο δε πρωτεργάτης αυτής, ο Εθνάρχης Ελευθέριος Βενιζέλος, προχωρούσε όσο μπορούσε ικανοποιητικά.

Τέλος, και η έγκριτη εφημερίδα “Η Καθημερινή”, η οποία αρχικά έμμεσα ταυτιζόταν με την άποψη του Κ. Στεφανόπουλου, σε κύριο άρθρο της στις 3.6.2006, έγραφε: «...Η ιστορική εμπειρία έδειξε, και όποτε το πολιτικό σύστημα της γείτονος κλυδωνίζεται οι κυματισμοί φτάνουν στο Αιγαίο και την Κύπρο. Κάθε εσωτερική κρίση της Τουρκίας εξάγεται. Αυτό κάνει δυσκολότερους τους χειρισμούς της χώρας μας απέναντι στη γείτονα. Απαιτείται φειδώ λόγων στο εσωτερικό και προσεκτικές κινήσεις χωρίς αιδημοσύνη στο εξωτερικό. Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. 

Η στροφή της Τουρκίας  παρά τις ομόφωνες διαβεβαιώσεις των Ελευθερίου Βενιζέλου  και Κεμάλ Ατατούρκ
«...Το θέμα, όμως, δεν ήταν αν η Ελλάδα δεχόταν αδιαμαρτύρητα τα σύνορά της. Έπρεπε το ίδιο να παραδεχόταν και η Τουρκία. Σ’ αυτό το παιχνίδι της ευαίσθητης ισορροπίας, όπου ο κυρίαρχος του Αιγαίου δεν είχε τα μέσα να εξασφαλίσει την κυριαρχία του, θα έπρεπε ο αντίπαλος ή απλώς ο συμπαίκτης να έχει δώσει προκαταβολικές εγγυήσεις ότι δεν θα διανοηθεί να χαλάσει την ισορροπία του παιχνιδιού. Ο Βενιζέλος πίστευε ότι τις είχε αυτές τις εγγυήσεις. «Υποστηρίζω μετ’ απολύτου πεποιθήσεως ότι η Τουρκία της σήμερον είναι Κράτος κατ’ εξοχήν ειρηνικόν. Πιστεύω ακραδάντως ότι η Τουρκία δεν αισθάνεται πολύ καλά ότι ουδέν έχει συμφέρον, εάν θέλει να είναι κράτος Εθνικόν να ζητήσει να κατακτήσει και πάλιν ξένους λαούς».

Πίστευε στις διαβεβαιώσερις από τον Ισμέτ Ινονού, ο οποίος τού είχε πει στη Λωζάνη: «Ημπορείτε να είσθε απολύτως βέβαιος ότι ουδεμίαν βλέψιν έχομεν επί της Δυτικής Θράκης, διότι όχι μόνον δεν θα διακινδυνεύσωμεν πόλεμο διά να επεκταθώμεν εις την Ευρώπην, αλλά και αν οι Βαλκανικοί λαοί μάς έλεγαν ότι μας δίδουν ένα τμήμα του εδάφους των διά να επεκταθώμεν, θα ευχαριστούσαμε μεν διά την δωρεάν, αλλά θα την απεκρούαμεν, διότι δεν μάς είναι συμφέρουσα». Αυτή, βέβαια ήταν μια προφορική εγγύηση του Τούρκου Πρωθυπουργού. Για τα νησιά του Αιγαίου, όμως, ο Βενιζέλος είχε την γραπτή απόδειξη τη Συνθήκη της Λωζάνης.

«Ενώ μέχρι της στιγμής του Μεγάλου πολέμου η Τουρκία διεξεδίκει την κυριαρχίαν επί των νήσων παρακειμένων εις την Μικρασιατικήν ακτήν, ότι (στη Συνθήκη της Λωζάνης) διετύπωσε τις αξιώσεις της, εζήτησε μόνον να παραμείνουν υπό την κυριαρχίαν της η Ίμβρος και η Τένεδος, ουδεμίαν, δε, άλλην αξίωσιν διετύπωσε διά τας άλλας νήσους».(Ιφιγένεια Αναστασιάδου. “Ο Βενιζέλος και το Ελληνοτουρκικό Σύμφωνο Φιλίας” του 1930”, σελ. 110-111. Αθήνα 1982).

Το Δωδεκανησιακό και η πορεία του
1. Το 1912 η Τουρκία αποχωρεί από τη Δωδεκάνησο και καταλαμβάνεται υπό των Ιταλών.
2. 27 Ιουνίου 1946. Η ομόφωνη κατ’ αρχήν, συμφωνία για την παραχώρηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα αποφασίστηκε στις 27 Ιουνίου 1946 στο Παρίσι, από το Συμβούλιοτων υπουργών των Εξωτερικών των νικητριών Μεγάλων Δυνάμεων (Αμερικής, Αγγλίας και Σοβιετικής Ένωσης). Η απόφαση, όμως, αυτή δεν έτυχε άμεσης εφαρμογής, γιατί έπρεπε να προηγηθεί η επικύρωση της Συνθήκης μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. 

2 Φεβρουαρίου 1947. Στις 31.3.1947: ο Άγγλος Ταξίαρχος Parker υπογράφει στη Ρόδο το πρωτόκολλο παράδοσης της Δωδεκανήσου στον Έλληνα Στρατιωτικό Διοικητή Αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη. Στο πρωτόκολλο αυτό αναφέρονται: «Η κατοχή της Δωδεκανήσου μετεβιβάσθη την μεσημβρίαν από την Βρετανικήν Στρατιωτικήν Διοίκησιν εις την Ελληνικήν τοιαύτην, συμφώνως προς τους όρους της Συμφωνίας της υπογραφείσης εν Αθήναις υπό των αντιπροσώπων των Κυβερνήσεων Μεγάλης Βρετανίας και Ελλάδος».

• Η στρατιωτική Ελληνική Διοίκηση ήταν μεταβατική περίοδος μέχρι την Ενσωμάτωση (7.3.1948).
• Στις 9.1.1948: Δημοσιεύθηκε ο Νόμος 518/1948 “Περί προσαρτήσεως της Δωδεκανήσου εις την Ελλάδα”.
• 7.3.1948: Επίσημη Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα.

Η έπαρση της Ελληνικής Σημαίας στο Διοικητήριο της Ρόδου εμπνέει τη λαϊκή μούσα με τα εξής συγκινητικά δίστιχα: 
Ήρτεν η ώρα η καλή κι η τρισευλογημένη 
κι υψώθηκε η σημαία μας η δαφνοστολισμένη.
Ήταν ημέρα Κυριακή στις τριανταμιά του Μάρτη,
που χρόνια, τόσες γενεές, εκαρτερούσαν νά ‘ρτει.
Φτάνει η ώρα, η στιγμή και δώδεκα παρθένες
η κάθε μια κι ένα νησί, στα κάτασπρα ντυμένες.
Κρατούν στα δύο χέρια τους, της λευτεριάς το δώρο,
που δώσασι πολλά κορμιά, το αίμα τους για φόρο.
........................................................................
Και ξαφνικά ο σαλπιγκτής την προσοχή σημαίνει
κι αργά η Αγγλική, σημαία κατεβαίνει.
Ήρτε στιγμή να υψωθεί Ελληνική πια τώρα
και αγωνία μας βαστά όλους εκείν’ η ώρα.
Ξανά σημαίν’ η σάλπιγγα την προσοχή και πάλι
και στο κοντάρι βλέπουμε κάποια σημαία άλλη.
Είναι σημαία γαλανή, μ’ άσπρο σταυρό στη μέση,
που υψώθηκε ψηλά-ψηλά, στην πρέπουσά της θέση.
Η ασπρογάλανη εκεί, με το σταυρό τον άσπρο,
θα φέγγει όλα τα νησιά, σαν της ημέρας τ’ άστρο.