Ψίχουλα στη λογική της ανέχειας

Αυτό που επιχειρείται από όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις αλλά και τα κόμματα δεν είναι παρά να κάνουν τον κόσμο να σιωπήσει ή να αισθάνεται πως έχει ακόμη πολλές δυνατότητες σε τούτη τη ζωή που η ελευθερία του είναι περιορισμένη και εγκλωβισμένη μέσα σε αστεία νομοθετήματα, που όχι απλώς δεν λαμβάνουν υπ’όψιν τους τις ανάγκες του καθενός αλλά συμβάλλουν τα μάλα στην αποξένωσή του ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό.

Με περίτεχνες ενέργειες και κινήσεις όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων της οικονομικής κρίσης υποβάλλουν τους πολίτες σε επίπονες διαδικασίες, είτε αυτές αφορύν τον χειρισμό των χρημάτων και οικονομιών τους, είτε τη θεώρησή τους για το πώς και πόσο πρέπει να αμείβεται η εργασία σύμφωνα με τη λογική της πιάτσας.

Και αυτή η περίφημη «πιάτσα» ορίζει την ελάχιστη αμοιβή για πολύωρη απασχόληση, τη μεγάλη εργασιακή εκμετάλλευση προς όφελος ενός συστήματος που απομυζά το κάθε νοικοκυριό, συνηθίζοντας τον καθένα και την καθεμιά στη λογική της μιζέριας στη θέα εντυπωσιακών προϊόντων και επιτευγμάτων τεχνολογίας και επιστήμης αντίστοιχα, που παραμένουν απρόσιτα στον μέσο καταναλωτή.

Και πορεύεται έτσι ο κόσμος, σε μια κατάσταση που δεν αλλάζει στο παραμικρό, με πρωθυπουργούς να παραδίδουν αμαχητί τα λιμάνια στους Κινέζους, τον τουρισμό στους Γερμανούς ή τις επενδύσεις στους Αμερικανούς και Ρώσους, υπηρετώντας στο έπακρο τη λογική της Ψωροκώσταινας όταν κανένας δεν μπορεί να ξοδέψει το παραμικρό, τα έσοδα του κράτους αυξάνονται, και οι υπηρεσίες απομακρύνονται απελπιστικά από τους πολίτες.

Γνώριμο το σκηνικό τα τελευταία χρόνια που κοντεύουμε πια να εθιστούμε στην ανισότητα σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, στις διακρίσεις και τον ρατσισμό κατά των ξένων αλλά και την πανηγυρική επαναφορά του εθνικιστικού ιδεώδους που εξαντλείται στις παρελάσεις αλλά και την ανελέητη κριτική κατά των μαθητών ή μαθητριών εκείνων που αδιαφορούν για πολέμους, βία  και καταστροφή.  

Αυτό είναι ένα μόνο μέρος της δραματικής κατάστασης που βιώνει ο μέσος πολίτης στην Ελλάδα και εξαιρούνται βέβαια όλοι εκείνοι που έχουν λαμβάνειν από τη δυστυχία του άλλου. Γιατί υπάρχουν και όλι αυτοί που κέρδισαν από την κρίση, που βγήκαν τις βόλτες τους όλα αυτά τα χρόνια όπου οι δρόμοι γέμισαν από αστέγους για να κάθεται ο κάθε υπουργός να φανφαρίζει πως «κρίση ήταν και πέρασε», μη ρωτώντας φυσικά για πόσους η κρίση αυτή είναι ακόμη πανταχού παρούσα.

Είναι γεγονός πλέον και έχει γίνει συνείδηση σε όλους και όλες ότι όλα αυτά τα χρόνια συντελέστηκε μιά από τις μεγαλύτερες κοροιδίες σε βάρος των πολιτών, αλλά πάνω απ’ όλα στυγνή εκμετάλλευση και εξαπάτηση. Και το θέμα είναι ότι η τραγωδία αυτή συνεχίζεται με πάμπολλα θύματα και απώλειες.
Αρκεί κάποιοι Ρώσοι, Κινέζοι και Αμερικανοί μεγιστάνες να καταπλέουν στα όμορφα νησιά μοιράζοντας υποσχέσεις που δεν τους κοστίζουν όταν τους παραδίδεται κοψοχρονιά γη και ύδωρ.

Το σκηνικό είναι θλιβερό και ακόμη πιο ακατονόμαστο είναι το γεγονός ότι σε όλον αυτό τον επαγγελματικό μνημονιακό εμπαιγμό πήραν μέρος πλείστοι ηθοποιοί και κομπάρσοι, για τη σκηνοθεσία δε του όλου έργου είναι γνωστά τα ονόματα.

Τι περιμένει κανείς λοιπόν μετά από όλα αυτά τα χρόνια; Μήπως τη δικαίωση ή την εν πολλοίς  στρατηγική τρικλοποδιά των κυβερνώντων την τελευταία δεκαετία; Ή μήπως συνέχεια των πολιτικών λιτότητας στη στενή κομματική λογική του «παραλάβαμε καμμένη γη;»
Οι πολίτες είναι και πάλι εδώ παρόντες, ανήμποροι μέσα στη μιζέρια τους. Η αντίδρασή τους έχει μετριαστεί γιατί πολύ απλά άλλαξαν και οι εποχές όπου τα συνθήματα δονούσαν την ατμόσφαιρα. Άλλαξε με λίγα λόγια ο κόσμος.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως τα οικονομικά πειράματα κατά των λαών θα συνεχίσουν να γίνονται αποδεκτά. Κανείς δεν προέβλεψε ποτέ την ημέρα όπου όλα άλλαξαν. Και δεν είναι μόνο η Χιλή  ή η Βενεζουέλα για να αποδείξουν του λόγου το αληθές. Ούτε τα “κίτρινα γιλέκα” ούτε ο κόσμος στο πολύπαθο Ιράκ ή το Χονγκ Κονγκ.

Απλώς στην Ελλάδα είμαστε ακόμη μακριά από τη λογική της μη ανέχειας, μιας και ακόμη τα ψίχουλα αρκούν για τον εφησυχασμό. Σε μια χώρα όπου η λογική της απόμακρης  και ξένης από τον λαό εξουσίας έχει ακόμη γερές βάσεις.