Τύψεις συνείδησης, αφύπνιση και εγρήγορση

H πίστη σε κάτι καλύτερο βοηθά για να διατηρούμαστε σε εγρήγορση, με δεδομένο ότι οι κάθε λογής επιθέσεις που δεχόμαστε καθημερινά θα πολλαπλασιάζονται με τον καιρό.

Πρόκειται για συνειδησιακές επιθέσεις, για δημιουργία τύψεων και φοβιών και πάνω απ΄όλα ανασφάλειας, επειδή κάποιοι δεν πίστεψαν τις υποσχέσεις ή καλύτερα αδιαφόρησαν απέναντί τους.

Στη μάχη αυτή μπροστάρης είναι πρωτίστως η ηλικία, η «ωριμότητα» και το μέγεθος ή η έκταση του συμβιβασμού. Εξαρτάται βέβαια από τον καθένα πόσο νομίζει ότι είναι επαρκής με τον εαυτό του και αν τύπτεται συνειδήσεως επειδή συνεχίζει να ανατιστέκεται στη μοναξιά που του παρέχεται απλόχερα από το όλο σύστημα εξουσίας.

Μη υπαρχούσης παραμικρής αίσθησης δημοκτρατίας, και λαμβανομένου υπόψιν ότι οι νόμοι δεν είναι του λαού αλλά των εκπροσώπων του και ακόμη καλύτερα κάποιων επίτιμων γραφιάδων, νόμοι που δεν επιβραβεύουν ποτέ τον κάθε καλόπιστο και που στην καλύτερη περίπτωση δεν εφαρμόζονται, τα πάντα πορεύονται εν πλήρη τάξη προς το οριστικό πολιτικο-κοινωνικό αδιέξοδο.

Δεν είναι μόνο η ευθεία αμφισβήτηση των Θεσμών από τους πολίτες, ούτε η καταπάτηση του κάθε νομοθετήματος αμέσως μετά την ψήφιση και επικύρωσή του από το Κοινοβούλιο. Είναι η καταστρατήγηση των κάθε λογής αποφάσεων για την καταπολέμηση της διαφθοράς, της παρανομίας, ακόμη και του δικαιώματος του συνέρχεσθαι μιας και επιβάλλεται πια πλαφόν για τη διενέρεγεια και απόφαση για κάθε απεργιακή κινητοποίηση.

Κάθε κυβέρνηση φέρει προς ψήφιση το κάθε τι που τη συμφέρει και αυτό δεν είναι πρωτόγνωρο. Πρωτοφανείς όμως είναι οι τύψεις πολλών πολιτών που εξακολουθούν να φέρονται νομότυπα, όταν περιγελώνται από τη μάζα και γίνονται αντικείμενο χλευασμού. Οι τύψεις είναι τόσες πολλές που θα΄έλεγε κανείς πως τους καταπνίγουν.

Ποιος όμως έφερε τη μάζα σε αυτή την κατάσταση; Ποιος έκανε τους πολίτες απλά εκτελεστικά όργανα της κάθε αδιέξοδης πολιτικής; Και τελικά ποιος τους υπέδειξε ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος στο παρασκήνιο; Οι απαντήσεις σε αυτό είναι εύλογες το ίδιο όμως όσο και απορίες.

Αν στην Ελλάδα επιθυμήσει κανείς να αλλάξει στοιχειωδώς τα ισχύοντα δεδομένα, τον ρόλο θα αναλάβουν άμεσα τα όποια τηλεκατευθυνόμενα ΜΜΕ που θα παραμορφώσουν την πραγματικότητα. Και ποιος κατευθύνει αυτά τα ΜΜΕ;

Επενδυτές, μεγαλοεργολάβοι και πλείστοι άλλοι, που ουδεμία σχέση έχουν με το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Τρόπον τινα, θα έλεγα, έχει επιβληθεί μια παρατεταμένη σιωπή,  ώστε αυτός που θα φωνάξει, γίνεται άμεσα αντιληπτός. Τυγχάνει δε μετά από τις διαμαρτυρίες και πειθόμενος ότι η πλειοψηφία δεν έχει καμία αντίρρηση, να αποσύρεται από την καθημερινότητα και να κλείνεται στον εαυτό του.

Όλα αυτά είναι που προκαλούν ως κατάληξη τις τύψεις και τις ενοχές για την πρότερη στάση ζωής για κάποιους που άλλαξαν στρατόπεδο και απορούν πως εναντιώνονταν κάποτε στο σύστημα ή θεωρούν ως λύση να τα ρίχνουν όλα στην εφηβεία και την ανωριμότητα.

Κάποιοι άλλοι όμως που δεν άλλαξαν στρατόπεδο και παραμένουν πιστοί στις απόψεις τους φθείρονται από άλλου είδους τύψεις, αυτοί που δεν μπόρεσαν ποτέ να συνομολογήσουν στο κοινωνικοπολιτικό έγκλημα αλλά που έχασαν μια για πάντα την ψυχική τους ηρεμία. Αυτοί είναι που υποφέρουν και εν πολλοίς νοιάζονται για την τύχη και τη μοίρα αυτής της κοινωνίας, μη υπάρχοντος, όπως προανέφερα, του παραμικρού ψήγματος δημοκρατίας και ελευθερίας λόγω αυτού του περίλειστου εγωπαθούς φρουρίου.

Υπάρχει όμως κάπου η πίστη σε ένα καλύτερο αύριο, η ισχυρή πεποίθηση ότι αυτός ο κόσμος οδεύει προς την πλήρη κατάρρευση, πως αυτό ακριβώς θα συνειδητοποιήσουν κάποτε οι μάζες και όχι μόνο στη Χιλή ή το Εκουαδόρ ή δεν ξέρω πού αλλού. Μιλώ για τη μαζική  παρακίνηση των ανθρώπων για έναν καλύτερο κόσμο, τον κόσμο της ισότητας, της αλληλεγγύης και πραγματικής δημοκρατίας. Αφήνω για επίλογο το ακούλουθο για τους επικριτές αυτών των σκέψεων που τις αποκαλούν ουτοπικές:

Αν δεν αντιστεκόταν ο κόσμος ανά εποχή, τίποτε δεν θα κερδιζόταν από όλα αυτά που σήμερα απολαμβάνει κανείς. Αν κοίταζε ο καθένας τη δουλειά του – που βέβαια πάντα κάποιοι μοιραία την κοίταζαν και την κοιτάζουν – δεν θα υπήρχε τέχνη, πολιτισμός, δικαιώματα.

Τοιυτοτρόπως θα μιλούσαμε όχι μόνο για περίκλειστο φρούριο ιδιωτικότητας αλλά για φυλακή της σκέψης. Κάτι που δεν συνέβη ποτέ εξαιτίας της διαρκούς αφύπνισης και εγρήγορσης.