Ξεκίνησε στη Ρόδο η δίκη για ξέπλυμα «μαύρου χρήματος» μέσω τράπεζας

Ξεκίνησε χθες και θα συνεχιστεί στις 9 Δεκεμβρίου η εκδίκαση από το Τριμελές Εφετείο επί Κακουργημάτων Δωδεκανήσου της υπόθεσης ξεπλύματος «μαύρου χρήματος», μέσω τράπεζας της Καρπάθου.

Σε αυτήν κατηγορούνται τρία άτομα, ένας 59χρονος και η 50χρονη σύζυγος του και ένας ακόμη άνδρας κάτοικος του νησιού, σε βάρος των οποίων έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα και ηθική αυτουργία στη πλαστογραφία.

Η υπόθεση ξεκίνησε να εκδικάζεται χθες με την υποβολή ενστάσεων περί παραγραφής των αδικημάτων από την πλευρά των συνηγόρων υπεράσπισης κ.κ. Παναγιώτη Αβρίθη και Δήμου Μουτάφη, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν και έτσι η ακροαματική διαδικασία προχώρησε κανονικά.

Αργά το απόγευμα το δικαστήριο διέκοψε για τις 9 Δεκεμβρίου 2019 οπότε και θα συνεχιστεί η δίκη με την αγόρευση του εισαγγελέα της έδρας.

Σύμφωνα με τη δικογραφία που έχει σχηματιστεί οι τραπεζικοί λογαριασμοί των κατηγορουμένων φέρονται να έχουν παίξει το ρόλο «πλυντηρίου» για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος που εξασφάλισε «κύκλωμα», με εικονικές εταιρείες και παράνομα ιδιωτικά συμφωνητικά αγοραπωλησίας εκτάσεων.

Η υπόθεση είχε διαλευκανθεί το χειμώνα του 2009 οπότε και οι τραπεζικοί λογαριασμοί του τρίτου κατηγορουμένου ο οποίος διαθέτει κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος στο νησί, είχαν «παγώσει» μετά από εντολή της Επιτροπής Καταπολέμησης Μαύρου Χρήματος.

Δύο χρόνια αργότερα ο 59χρονος και η σύζυγος του είχαν κληθεί ενώπιον της ανακρίτριας Ρόδου για να απολογηθούν και μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας είχαν αφεθεί ελεύθεροι με το περιοριστικό όρο της απαγόρευσης εξόδου τους από τη χώρα.

Σύμφωνα με πληροφορίες, το ζευγάρι, κατέθεσε στην ανακρίτρια Ρόδου ότι ουδεμία σχέση έχουν με τα όσα τους καταλογίζονται, καθώς οι ίδιοι θέλησαν απλώς να πουλήσουν ένα ακίνητο που ανήκει στην 50χρονη, εμβαδού  8 στρεμμάτων το οποίο περιλάμβανε και οικήματα.

Ειδικότερα, όλα ξεκίνησαν τον Οκτώβριο του 2007 όταν στην Κάρπαθο μετέβη ένας Ιταλός ο οποίος τους προσέγγισε ως στέλεχος Ιταλικής ασφαλιστικής εταιρείας και τους είπε ότι ενδιαφέρεται να αγοράσει το ακίνητο τους. Το ζευγάρι, δια μέσου ενός ημεδαπού ο οποίος ήταν μαζί με τον αλλοδαπό και έκανε το μεταφραστή, του είπε ότι ζητούσε 2,5 εκατ. ευρώ.

Τελικά ο Ιταλός συμφώνησε να δώσει 2,3 εκατ. ευρώ για την αγορά του ακινήτου, και μάλιστα το 1,5 εκατ. ευρώ θα το κατέθετε σε λογαριασμό του ζευγαριού τις αμέσως επόμενες ημέρες. Μόλις ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες για το ιδιωτικό συμφωνητικό ο  Ιταλός αναχώρησε για την πατρίδα του και λίγες μέρες αργότερα κατέθεσε πράγματι τα χρήματα στο λογαριασμό του 59χρονου.

Στις 2 Νοεμβρίου 2007 ο 59χρονος πήγε να πάρει τα χρήματα, όμως προτού προλάβει να ολοκληρώσει τη πράξη του, ο Ιταλός τον ενημέρωσε ότι η εταιρεία άλλαξε γνώμη και δεν προτίθεται να προχωρήσει η αγοραπωλησία του ακινήτου. Για το λόγο αυτό και ήθελε να επιστραφούν τα χρήματα που είχαν κατατεθεί στο λογαριασμό του 59χρονου.

Ο τελευταίος – σύμφωνα πάντα με όσα δήλωσε στην ανακρίτρια- του είπε πως δεν υπήρχε πρόβλημα, αρκεί να του δώσει τον αριθμό λογαριασμού που θα του έβαζε τα χρήματα. Ο 59χρονος έκανε πράγματι ανάληψη από το λογαριασμό του το 1,5 εκατ. ευρώ τα οποία και παρέδωσε στον ημεδαπό με τον οποίο συνεννοούνταν κατά την επίσκεψη του Ιταλού στο νησί και φρόντισε παράλληλα να πάρει και απόδειξη για τα χρήματα που έδωσε πίσω.

Περίπου δέκα ημέρες όμως αργότερα, μία δυσάρεστη έκπληξη περίμενε τον 59χρονο, όταν σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του ο αρμόδιος της τράπεζας του, του είπε ότι τα χρήματα που είχαν κατατεθεί στο λογαριασμό του και στη συνέχεια έκανε ανάληψη, ήταν κλεμμένα!

Ο 59χρονος επεσήμανε στην ανακρίτρια ότι πριν γίνει η ανάληψη των χρημάτων, ο έλεγχος της τράπεζας δεν είχε δείξει το παραμικρό και πως όταν «χάλασε» η συμφωνία, ο Ιταλός ήταν ιδιαίτερα πιεστικός για να του τα επιστρέψει σε σημείο που τον απείλησε ότι εφόσον δεν του έδινε πίσω τα χρήματα θα κινδύνευε η οικογένεια του.