Έφυγε από τη ζωή ένας από τους τελευταίους παραδοσιακούς ξυλογλύπτες

Σε ηλικία 92 ετών, έφυγε χθες από τη ζωή και κηδεύεται σήμερα Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019 στις 16:30 στη Σορωνή, ένας από τους τελευταίους παραδοσιακούς ξυλουργούς και ξυλογλύπτες του νησιού μας, ο Νικόλαος Χατζηκυριαζής του Κυριαζή, από τη Σορωνή.
Ο  Νικόλαος Χατζηκυριαζής ήταν  ένας από τους λαϊκούς τεχνίτες που έδωσαν θαυμάσια έργα τα οποία κατόρθωσαν να διατηρηθούν στο πέρασμα του χρόνου.


Την ξυλογλυπτική την αγάπησε κι έδωσε σ’ αυτήν όλο τον καλλιτεχνικό του αυθορμητισμό, όπως είχε πει ο ίδιος σε συνέντευξη που παραχώρησε στη «ΡΟΔΙΑΚΗ» και στη Ροδούλα Λουλουδάκη,  πριν από 10 περίπου χρόνια.  Οι χειροποίητες δημιουργίες του κοσμούν και επιπλώνουν εκκλησίες και μοναστήρια, σχολεία και σπίτια.
Είχε επισημάνει τότε στη συνέντευξή του:

Από πού είστε, κ. Νικόλα;
Ο παππούς μου ο παπάς ήταν Σορωνιάτης, αλλά η γιαγιά μου Φανενή. Είμαι από δύο χωριά χωριάτης δηλαδή.

Την τέχνη του σκαλιστή από ποιον τη μάθατε;
Πρώτα έγινα ξυλουργός. Έμαθα την τέχνη από τον παππού μου, του πατέρα μου τον πατέρα.
Πήγε σε τεχνίτη και έμαθε, μετά έφυγε στην Αμερική, 10 χρόνια μετανάστης. Γύρισε κι έπιασε και πάλι την τέχνη του ξυλουργού. Έφτιαχνε σ’ όλα τα γεωργικά σπίτια τους σοφάδες, τα ράφια, όλη την ξυλεία του σπιτιού.
Εγώ μέχρι τα 12 μου χρόνια ήμουν παπαδοπαίδι. Μετά επειδή δούλευε σ’ αυτή τη δουλειά κι ο πατέρας μου έγινα κατευθείαν μάστορας. Την αγαπούσα τη δουλειά.

Βρίσκατε δουλειές πριν τον πόλεμο;
Δεν είχε δουλειές ούτε πριν τον πόλεμο ούτε μέσα στον πόλεμο. Έφτιαχνα άροτρα στους γεωργούς, τις τρούμπες στους μύλους και το αξόνι για να βγάζουν νερό να ποτίζουν. Ήταν περιορισμένες οι δουλειές μέχρι το 1960.
Στη Σορωνή ήμασταν τρεις τεχνίτες κι όλα τα χωριά είχαν τους δικούς τους. Εμένα με προτιμούσαν, με φώναζαν κι από τις Φάνες. Πιο μακριά πώς να πας; Δεν είχαμε ούτε ποδήλατο.

Θυμάστε πότε κάνατε την πρώτη μεγάλη σας δουλειά;
Ήμουν 18-19 χρονών, έκανα ένα ολόκληρο σπίτι.

Και με το σκάλισμα, την ξυλογλυπτική, πότε ασχοληθήκατε;
Όταν τελείωσε ο πόλεμος. Είχε έρθει στη Σορωνή ένας Καλύμνιος τεχνίτης, ο Μικές Τσαγκάρης.
Η πόλη πεινούσε, δεν είχε δουλειές. Οι Ροδίτες πουλούσαν τα σπίτια τους και τα χρυσαφικά τους για να ζήσουν, για να αγοράσουν ένα τσουβάλι σιτάρι, για να αγοράσουν σύκα. Σύκα είχαν οι Σορωνιάτες κι οι Φανενοί.
Μια μέρα λοιπόν όταν τελείωσε ο πόλεμος πέρασε από εκει που δούλευα ο τεχνίτης ο Καλύμνιος. Με είδε εργατικό, μου λέει «να δουλέψουμε μαζί». Δεν τον περίμενα, εγώ πήγαινα κι έβλεπα τις δουλειές του από το τζάμι.
65 χρονών εκείνος εγώ 20, ήταν μεγάλη τύχη για μένα, την έκανα λαχείο. Δούλεψα με τον μαστρο-Μικέ τρία χρόνια κι έμαθα την τέχνη καλά.

Φτιάξατε τα ωραιότερα τέμπλα σε εκκλησίες και μοναστήρια της Ρόδου. Θυμάστε πόσα φτιάξατε;
Έφτιαξα 32 τέμπλα σε μοναστήρια και μαζί με αυτά παγκάρια, αναλόγια, προσκυνητάρια. Μόνος μου με δύο παραγιούς. Έφτιαξα κεραμοσκεπές και ψευδοροφές σε πολλά σχολεία του νησιού. Στα χωριά δούλεψα πολύ.

Τι είδους ξύλο χρησιμοποιείτε για να σκαλίσετε τα τέμπλα;
Δρυς, οξιά, φλαμούρι, κυπαρίσσι. Το πιο εύκολο για σκάλισμα είναι το φλαμούρι αλλά κι η οξιά καλή είναι, μόνο που είναι σκληρή για τον σκαλιστή.

Παίρνετε μέχρι σήμερα παραγγελίες;
Πώς, παίρνω. Τώρα περιμένουν, είναι δύο νομάτοι και μου λένε «Νικόλα, θέλουμε δύο τέμπλα».

Πώς είναι οι συναλλαγές σήμερα; Βλέπετε διαφορά με τα χρόνια στον τρόπο που συμπεριφέρονται οι άνθρωποι;
Βλέπω, πώς δεν βλέπω. Κάποτε θυμάμαι ένας από άλλο χωριό μου είπε: «Νικόλα, τα λεφτά το Μάρτη...».
Ήρθε ο Μάρτης και ούτε απ’ έξω από το χωριό του δεν περνούσα για να μην πει ότι πάω για τα λεφτά. Μια μέρα έρχεται, μου δίνει τα λεφτά και μου λέει «μην τα μετρήσεις, πάρτα έτσι».
Φεύγω και τι να δω ύστερα; Μου έδωσε 20.000 δραχμές παραπάνω γιατί μου τα άργησε. Από τα χωριά δεν τα έχανες ποτέ τα χρήματα. Με το Μαντρικό εγώ πάντρεψα τα παιδιά μου...

Είστε όμως και οργανοπαίχτης και μάλιστα φτιάχνετε ο ίδιος τα όργανά σας.
Ναι, φτιάχνω λίρες, βιολιά, μαντολίνα, να σας τα δείξω μια μέρα, τα ‘χω στο σπίτι. Ο πατέρας μου έφερε ένα μαντολίνο και ένα βιολί από την Αμερική. Βρήκα ένα δάσκαλο τον Νίκο Γρηγοριάδη από τη Θολό κι έκανα ένα χρόνο μαθήματα.
Πήγαινα και στη Ρόδο 5-6 μήνες, προσπαθούσα και μόνος μου λέω «φτάνει τώρα». Κάναμε μια ορχήστρα, τρία άτομα και παίζαμε στους γάμους, στις χοροεσπερίδες και στα πανηγύρια.
Μέχρι τις 5 το απόγευμα στο μαγαζί, μετά να πάμε με τη γυναίκα μου να φτιάξουμε τα ζώα μας, να γυρίσω στο σπίτι, να πλυθώ, να πάω στον Έμπωνα με την ορχήστρα ή στην Αρχαία Κάμειρο, ή όπου είχε χορούς.
Ρομπότ ήμουνα. Έκανα πέντε παιδιά, πρώτος ο Κυριάκος οι άλλες ήταν κόρες, άντε κάνε σπίτια να παντρέψεις.

Καλά σας πήγαν όμως τα πράγματα.
Δόξασοι ο Θεός, καλά με ήρθανε. Κοπιάσαμε αλλά δεν πειράζει. Χαλάλι. Και τον κόσμο που με προτιμούσε και μου έδινε δουλειά, όλους τους ευχαριστώ.