Η ιδεολογική περιπλάνηση  του ΠΑΣΟΚ και οι συνέπειές της

Άρθρο του Δημήτρη Κρεμαστινού*
Καθηγητή, πρώην υπουργού Υγείας  Πρόνοιας Κοινωνικών Ασφαλίσεων

Το 1981 το ΠΑΣΟΚ ήρθε στην εξουσία με ποσοστό 48% και με το ίδιο περίπου ποσοστό ο αρχηγός του αποχώρησε από την εξουσία το 1996. Ο κόσμος που το στήριξε γαλουχήθηκε από τον αρχηγό του με τις αρχές ότι η σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη είναι συντηρητική γι’ αυτό και το ΠΑΣΟΚ ονομάστηκε σοσιαλιστικό και όχι σοσιαλδημοκρατικό. Γαλουχήθηκε με τις αρχές ότι η οργανωμένη βάση στηρίζει και παίρνει τις μεγάλες αποφάσεις με αντιπροσωπευτικά γνήσια συνέδρια. Ένα τέτοιο ήταν το συνέδριο που ανέδειξε με μικρή διαφορά ψήφων πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ τον Κώστα Σημίτη και κανείς δεν το αμφισβήτησε.

Σήμερα το Κίνημα Αλλαγής χωρίς οργανωμένη βάση, χωρίς προσυνεδριακό διάλογο προχωρεί σε ένα συνέδριο με συνέδρους που έχουν εκλεγεί προ πενταετίας με τελείως διαφορετικά δεδομένα και πολιτικά ερωτήματα. Μάλιστα πολλοί από αυτούς τους συνέδρους έχουν προσχωρήσει σε άλλα κόμματα και ορισμένοι είναι υπουργοί ή βουλευτές της ΝΔ ή προγενέστερα του ΣΥΡΙΖΑ. Ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ έχει εκπαιδευτεί με τους χαρακτηρισμούς που του έδωσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ότι δηλαδή το ΠΑΣΟΚ είναι η αριστερά της αριστεράς. Κατά συνέπεια είναι πολυ δύσκολο να αντιληφθεί ο οπαδός του ότι εξελίσσεται σε ένα κεντρώο κόμμα. Ο ιδρυτής του μάλιστα απέκρουσε την πρόταση να ηγηθεί των κομμάτων του κέντρου λέγοντας ότι το κέντρο στη διεθνή πολιτική σκηνή είναι πολιτικά ανύπαρκτο. Έτσι το κόμμα που τότε εκπροσώπησε το κέντρο (ΕΔΗΚ), αυτοδιαλύθηκε και ο αρχηγός του ο Γεώργιος Μαύρος εξελέγη ως Βουλευτής Επικρατείας με το ΠΑΣΟΚ.

Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης ορισμένοι ανακάλυψαν ότι η λέξη ΠΑΣΟΚ είναι τοξική και άρχισαν οι μετονομασίες του τύπου ΕΛΙΑ, ΚΙΝΑΛ κ.τ.λ., με προγράμματα κεντρώα και όχι με τα ιδεολογικά προγράμματα του ΠΑΣΟΚ. Όμως ο κόσμος του ΠΑΣΟΚ αντέδρασε εκλογικά. Το πρώτο πλήγμα ήρθε με τις Ευρωεκλογές του 2014 όπου ως ΕΛΙΑ έχασε μέσα σε 2 χρόνια το 5% της δύναμης του ΠΑΣΟΚ, μιας δύναμης που είχε συγκρατηθεί παρά την πόλωση που επικράτησε μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ στις δίδυμες εκλογές του Μαΐου – Ιουνίου του 2012. Μετά την αποχώρηση ορισμένων στελεχών που ίδρυσαν τον ΚΙΔΗΣΟ μέσα σε λίγους μήνες στις εθνικές εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 έφτασε σε ποσοστό κάτω από 5%. Στις πρόσφατες Ευρωεκλογές και μετά την επανένταξη του 2,5% του ΚΙΔΗΣΟ το ΚΙΝΑΛ έφτασε  στο 7,5% δηλαδή χαμηλότερο από το ποσοστό που είχε πάρει η ΕΛΙΑ στις προηγούμενες Ευρωεκλογές.

Στις τελευταίες εθνικές εκλογές εμφανίσθηκε ως ΚΙΝΑΛ χωρίς τις λέξεις σοσιαλιστικό ή ΠΑΣΟΚ. Η αλλαγή που επαγγελόταν κηρύσσοντας τον διμέτωπο αγώνα δεν υπήρξε πειστική και η πίεση που δέχθηκε από τα άλλα δυο μεγάλα κόμματα τα οποία διεκδικούσαν την εξουσία το περιόρισαν στο 8%. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα σε ένα μήνα από τις Ευρωεκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε περίπου ένα 8% δηλαδή ένα ολόκληρο ΚΙΝΑΛ. Αυτό το 8% πίστεψε ότι η ιδεολογία του βρισκόταν πιο κοντά στο ΣΥΡΙΖΑ και όχι στο ΚΙΝΑΛ του διμέτωπου αγώνα.
Τώρα οι εταιρείες δημοσκοπήσεων που αποδείχθηκαν ακριβείς στις τελευταίες εκλογές ισχυρίζονται ότι το ΚΙΝΑΛ  χάνει το 25% της δύναμής του και φθάνει στο 6%. Ενώ δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να διατηρεί το βασικό  ποσοστό των Ευρωεκλογών, το ΚΙΝΑΛ αντί να αυξήσει τις δυνάμεις του κατρακυλά στο 6%.

Με αυτά τα δεδομένα αντί το ΚΙΝΑΛ να ξυπνήσει και να οργανώσει τη βάση του και να την ακούσει προχωρώντας  σε ένα γνήσιο αντιπροσωπευτικό συνέδριο, προχωρεί σε ένα συνέδριο με εκπροσώπους που είχαν εκλεγεί το 2015 με τελείως διαφορετικές πολιτικές συνθήκες. Ισχυρίζεται μάλιστα ότι είναι ικανοποιημένο γιατί είναι τρίτο κόμμα στη Βουλή,  ελλείψει φυσικά της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ που οι ψηφοφόροι της κατευθύνθηκαν σε άλλα κόμματα.
Άραγε ποιο θα είναι το μέλλον αυτού του κόμματος που έχει αφαιρέσει επιμελώς τη λέξη σοσιαλισμό από το όνομά του, που έχει συμβολικά αντικαταστήσει τον πράσινο ήλιο από έμβλημά του, με ένα περίεργο σύμπλεγμα χρωμάτων και που οργανώνει συνέδριο με συνέδρους προηγουμένων συνεδρίων χωρίς την έκφραση της βάσης του;
Όσοι και όποιοι συνηγορούν υπέρ των fast track συνεδρίων θα έχουν ιστορική ευθύνη για το ό,τι ήθελε προκύψει στο μέλλον.
* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ».