Πειθαρχία στη ζωή του παιδιού

Γράφει ο Εμμανουήλ Σταματίου, Παιδίατρος-Διεθνώς Πιστοποιημένος Σύμβουλος Γαλουχίας

Πειθαρχία σημαίνει τη διδασκαλία γνώσεων και δεξιοτήτων που περιλαμβάνουν το σύνολο των κανόνων που έχουν τεθεί για να εφαρμόζονται στη ζωή του παιδιού και αποσκοπούν στην προσαρμογή του στην καθημερινή πραγματικότητα με αποτελεσματικό τρόπο  και πάντοτε  με χαρούμενη διάθεση.

Η πειθαρχία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο για την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης. Μέσα από την πειθαρχία το παιδί θα μάθει να διατηρεί τον αυτοέλεγχό του και να κάνει τις επιλογές του λαμβάνοντας υπόψη τα δικαιώματα των άλλων ανθρώπων.

Η εκμάθηση της πειθαρχίας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και δυσκολότερα καθήκοντα του γονιού, απαιτεί χρόνο, πολλή προσπάθεια και  αμοιβαία εμπιστοσύνη ανάμεσα στο γονιό και το παιδί η οποία πρέπει να συντηρείται και διαρκώς να οικοδομείται. Για τους λόγους αυτούς  οι γρήγοροι ρυθμοί της σύγχρονης κοινωνίας αποτελούν ανασταλτικό παράγοντα για την εγκατάσταση πετυχημένης πειθαρχίας.

Σκοπός της πειθαρχίας είναι να ενισχύει την κατάλληλη και αποδεκτή σε κάθε περίπτωση συμπεριφορά και να δημιουργεί ώριμους ενήλικες. Το άτομο με αυτοπειθαρχία είναι  σε θέση να αντιστέκεται στον πειρασμό μιας άμεσης ανταμοιβής ή ευχαρίστησης, προτιμώντας μια μεταγενέστερη και μεγαλύτερης αξίας ανταμοιβή ή ευχαρίστηση,  να είναι κατηγορηματικός όχι όμως επιθετικός ή εχθρικός, να αντέχει  και να διαχειρίζεται με επιτυχία τις δυσκολίες.

Η βάση της πειθαρχίας είναι ο σεβασμός. Το παιδί πρέπει να σέβεται την αυθεντία του γονιού του και τα δικαιώματα των άλλων. Όμως ο σεβασμός και η εμπιστοσύνη δεν κερδίζονται με υποτιμητικές συγκρίσεις, λεκτική  ή σωματική βία, κραυγές και προσβλητικές εκφράσεις προς το παιδί. Η πειθαρχία είναι αποτελεσματική όταν εφαρμόζεται με αμοιβαίο σεβασμό, με σταθερότητα, συνέπεια, λογική και ήπιο τρόπο. Η αποτελεσματική πειθαρχία δεν ενοχοποιεί, δεν δημιουργεί αισθήματα εγκατάλειψης ούτε απώλεια της εμπιστοσύνης από το παιδί. Σκοπός είναι να το μάθουμε να προστατεύεται από τους κινδύνους που το περιβάλλουν, να κατακτήσει την αυτοπειθαρχία, να αναπτύξει υγιή κοινωνική συνείδηση που συνοδεύεται με τον περιορισμό της άμεσης ικανοποίησης των ορμών και παρορμήσεων, μία εσωτερική αίσθηση υπευθυνότητας και ελέγχου  και να πιστέψει στις ηθικές αξίες.

Ο Freyd  περιγράφει τις βασικές ανάγκες του ανθρώπου ως «lieben und arbeiten», αγάπη και εργασία. Τα παιδιά έχουν τις ίδιες βασικές ανάγκες. Για τη φυσιολογική συναισθηματική τους ανάπτυξη πρέπει να νιώθουν  την αγάπη μας και ότι αξίζουν αυτή την αγάπη. Η άσκηση της πειθαρχίας πρέπει να προάγει αυτούς του στόχους.

Το παιδί αισθάνεται την αγάπη μας όταν βιώνει σχέσεις  στοργής και τρυφερότητας οι οποίες εκφράζονται με θετικό τρόπο και είναι σταθερές σε βάθος χρόνου.

Ο γονιός από την πλευρά  του  να προσπαθεί να κατανοεί τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του.

Είναι βασικό να παρακολουθούμε  διακριτικά τις  διάφορες δραστηριότητές του  και τον τρόπο της συναισθηματικής του αντίδρασης.

Κάθε φορά που το ακούμε ή συνομιλούμε μαζί του ανακαλύπτουμε τον τρόπο που σκέπτεται και το πώς αισθάνεται. Αυτό είναι βασικό για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τον τρόπο που οργανώνει τις εμπειρίες του γνωστικά και συναισθηματικά, εφόσον βέβαια έχει αναπτύξει την ομιλία του.

Πάνω από όλα το παιδί για να αποδώσει τα βέλτιστα στην καθημερινή του ζωή έχει από τη φύση του ανάγκη μιας σχέσης  μέσα από την οποία το ίδιο επιθυμεί να είναι αρεστό και να ευχαριστεί τους άλλους. Το παιδί είναι έτοιμο να παραιτηθεί από οποιαδήποτε ενστικτώδη τάση ή επιθυμία του προκειμένου να εισπράξει την ικανοποίηση και την ευχαρίστηση, κάθε φορά που βλέπει το γονιό του να απολαμβάνει και να χαίρεται  την παρουσία του και να δείχνει υπερήφανος για αυτό. Παράλληλα  με το να χαίρεται να ευχαριστεί τους άλλους το παιδί είναι βιολογικά φτιαγμένο να μιμείται τους ενήλικες.

Ο γονιός έχει πάρα πολλές πιθανότητες να είναι αποτελεσματικός όταν η πειθαρχία που εφαρμόζει διέπεται από αγάπη, την χαρακτηρίζει η ανεκτικότητα και η ευκαμψία, όταν δείχνει στοργή και ενδιαφέρον και ως άτομο βλέπει πέρα από τα καθημερινά μικροπροβλήματα του παιδιού του. Η αποτυχία δημιουργίας τέτοιων σχέσεων, συχνά εκδηλώνεται με προβλήματα  συμπεριφοράς που απαιτούν συμβουλές σε βάθος για την αντιμετώπισή τους.

Η ζωή ως βιολογικό φαινόμενο θα ήταν αδύνατη αν τις διάφορες λειτουργίες της δεν καθόριζε αυστηρή πειθαρχία. Το ίδιο ισχύει και για τις ανώτερες πνευματικές λειτουργίες του ανθρώπου με αποκορύφωμα την αυτοπειθαρχία, μία από τις σημαντικότερες αρετές του ανθρώπου.

Η δημιουργική σκέψη, η κοινωνική συμβίωση, δεν θα ήταν δυνατή χωρίς αρχές, κανόνες, νόμους, περιορισμούς.

Η πειθαρχία στη ζωή του παιδιού έχει θεμελιώδη σημασία. Το βοηθάει να σκέπτεται, να μαθαίνει, να αντιδρά σωστά. Η αλληλουχία, η συνέχεια, συνέπεια  στη σκέψη του και η δυνατότητα να προβλέπει δεν θα ήταν δυνατές χωρίς κάποιου βαθμού πειθαρχία. Ζωή χωρίς πειθαρχία είναι χάος.

Η απεριόριστη αγάπη και το αίσθημα ασφάλειας αποτελούν τα θεμέλια της πειθαρχίας στη ζωή του παιδιού. Αν προηγουμένως δεν έχει νιώσει αγάπη, ασφάλεια και ελευθερία, η πειθαρχία στη σκέψη του θα είναι έννοια χωρίς περιεχόμενο. Πειθαρχία σημαίνει όριο, περιορισμό και για να περιοριστεί κάτι  πρέπει να υπάρχει. Το ανύπαρκτο ούτε οριοθετείται ούτε περιορίζεται.

Πότε είναι ώριμο το παιδί να δεχθεί τους πρώτους περιορισμούς, τους πρώτους κανόνες πειθαρχίας;

Η προσπάθεια επιβολής κανόνων και ωραρίων τους πρώτους μήνες της ζωής, όχι μόνο είναι καταδικασμένη σε αποτυχία αλλά εππλέον στερούμε από το μωρό αυτό που ακριβώς επιζητεί μέσα στην τέλεια αδυναμία του, δηλαδή αγάπη χωρίς όρια, στοργή και ασφάλεια. Η διατροφική συμπεριφορά τους πρώτους  μήνες της ζωής είναι ενστικτώδης και η επιβολή ωραρίων είναι ανέφικτη και στην περίπτωση που θηλάζει το τελικό αποτέλεσμα θα είναι η αποτυχία του θηλασμού.

Το σώμα, η αγκαλιά και το στήθος της μάνας είναι το φυσικό περιβάλλον για το οποίο μέχρι σήμερα δεν υπάρχει υποκατάστατο, αποτελεί συνέχεια της μήτρας και  εξασφαλίζει στο μωρό  ασφάλεια, ζεστασιά, θαλπωρή, σταθεροποίηση των ζωτικών λειτουργιών του, ικανοποιεί όλες τις  βιολογικές του ανάγκες  και εκεί καθορίζεται το πεπρωμένο του.

Η αποφυγή λοιπόν από τη μητέρα να κρατάει το μωρό της στην αγκαλιά της και η προσπάθεια τήρησης αυστηρού ωραρίου σίτισης αποτελούν ανυπόστατες  προκαταλήψεις που πρέπει να αποφεύγονται. Όταν ικανοποιούνται οι ανάγκες του μωρού αυτό δεν θα έχει λόγο να παραπονιέται, να διεκδικεί και να ζητάει. Στην αντίθετη περίπτωση εφόσον  οι ανάγκες του για αγάπη και ασφάλεια είναι ζωτικές και ενστικτώδεις  η διεκδίκησή τους θα είναι δυσανάλογη, σε βαθμό που να υπερβαίνουν  κατά πολύ τις πραγματικές του ανάγκες.

Όταν το μωρό δείχνει σημάδια κινητικής αυτοδυναμίας, δηλαδή αρχίζει να μπουσουλάει να εκτελεί βουλητικές κινήσεις των χεριών του, να δείχνει όταν του το ζητάμε τη μύτη, τα μάτια, τα μαλλιά, το αυτί, τότε ξεκινάνε και οι πρώτοι περιορισμοί. Οι περιορισμοί αυτοί έχουν ως σκοπό την προστασία του από τους κινδύνους που παραμονεύουν γύρω του και δεν τους υποπτεύεται, όπως σκαλοπάτια, λεκάνες με νερό, φάρμακα, απορρυπαντικά, αιχμηρά αντικείμενα, πρίζες και άλλα. Πρέπει λοιπόν σταδιακά, σταθερά και μεθοδικά να του μάθουμε τι μπορεί, τι επιτρέπεται να κάνει και τι όχι. Να μη συνταυτίζουμε όμως την πειθαρχία με την επιβολή, την αυθαιρεσία και την αυστηρότητα, γιατί τότε παύει να υπάρχει η έννοια της αντικειμενικότητας.  Είναι προτιμότερο να καθορίζονται «πλαίσια» μέσα στα οποία  το παιδί μπορεί να κινηθεί ανάλογα με την ηλικία, την ωριμότητα, την ιδιοσυγκρασία και την εξυπνάδα του και με τις συνθήκες του περιβάλλοντος που δεν είναι πάντα σταθερές.

Όταν αναφέρουμε «πλαίσια» συμπεριφοράς δεν εννοούμε ούτε υποστηρίζουμε συμβατικότητα αξιών. Οι βασικές ηθικές αξίες είναι απόλυτες και δεν επιδέχονται χαλαρότητα. Η αλήθεια και το ψέμα, η τιμιότητα και η ατιμία, η εργατικότητα και η τεμπελιά, η αγάπη και το μίσος, η δημιουργία και η καταστροφή δεν αφήνουν περιθώρια  για «πλαίσια». Οι έννοιες αυτές πρέπει να χαραχτούν βαθιά στην ψυχή του παιδιού περισσότερο με το προσωπικό παράδειγμα και τη συνέπεια και λιγότερο με τα λόγια.

Τα  «πλαίσια» λοιπόν δεν αφορούν τις ηθικές αξίες αλλά τη μεθοδολογία μέσω της οποίας  αυτές θα μεταλαμπαδευτούν, θα μεταγγιστούν στην ψυχή του παιδιού και θα προσαρμόζονται ανάλογα με το πώς αντιδρά στις προσπάθειές μας.

Έπαινος και αποδοκιμασία.

Κάποιοι γονείς συνηθίζουν να σχολιάζουν συστηματικά κάθε αρνητική συμπεριφορά του παιδιού τους, να το κατηγορούν, να το σαρκάζουν και να κάνουν υποτιμητικές συγκρίσεις. Με αυτό τον τρόπο το στενοχωρούν, το πληγώνουν και υποσκάπτουν το ηθικό και την αυτοεκτίμησή του.

Τίποτε όμως δεν μετράει περισσότερο για το παιδί όσο η αγάπη των γονιών του. Η επιδοκιμασία και ο έπαινος του δίνουν αμέτρητη χαρά. Οι γονείς λοιπόν διαθέτουν στα χέρια τους το μεγαλύτερο όπλο, δηλαδή την αγάπη του παιδιού τους. Όσο εκείνο νιώθει ότι το αγαπάνε και είναι ευτυχισμένο τόσο ευκολότερα θα δεχτεί τους περιορισμούς, δηλαδή την πειθαρχία. Κάθε φορά που συμπεριφέρεται σωστά, διεκδικεί τα προνόμιά του  αλλά σέβεται και τις υποχρεώσεις του, μην παραλείπουμε να το επαινούμε και να το επιδοκιμάζουμε. Αντίθετα όταν ανατρέπει τους κανόνες που έχει διδαχθεί και τους περιορισμούς που έχει αποδεχθεί, πρέπει να αποδοκιμάζεται με τρόπο  σαφή και απερίφραστο. Να αποφεύγεται όμως η εκτόξευση απειλών που ποτέ δεν πραγματοποιούνται. Το παιδί που υφίσταται συνεχή κριτική, δεν επιδοκιμάζεται και δεν επαινείται, αργά ή γρήγορα γίνεται αδιάφορο, κουφό, αναίσθητο στα μη και στα όχι, στην αποδοκιμασία και στον έπαινο.

Το παιδί λοιπόν χρειάζεται πάνω από όλα τη ζεστή αγκαλιά, το τρυφερό χάδι του γονιού του. Να του λέει και να του δείχνει πόσο πολύ το αγαπάει.

Ας προσπαθήσουμε να δούμε τα προβλήματα του παιδιού με τα δικά του  μάτια, με το δικό του μυαλό και χωρίς να ξεχνάμε το ΜΗ και το ΟΧΙ να βάλουμε σταθερά στη ζωή μας και στο μυαλό μας το ΝΑΙ και το μπράβο.

Υπομονή και συνέπεια.

Το παιδί δεν μαθαίνει τους κανόνες και τους περιορισμούς εύκολα. Το μικρότερο παιδί παραβιάζει πολλές φορές τους κανόνες που προσπαθούμε να του μάθουμε, δοκιμάζοντας την αντίδραση και την αντοχή του γονιού. Αν ο γονιός δεν είναι συνεχώς κοντά του και δεν αντιδρά με απόλυτη συνέπεια, δεν θα κατορθώσει στο τέλος τίποτα.

Το μεγαλύτερο παιδί στο πλαίσιο της αδιάκοπης προσπάθειάς του να διερευνήσει τα διάφορα φαινόμενα της ζωής, τη δομή και την εξέλιξή τους, είναι φυσικό να αμφισβητεί, να δοκιμάζει τα πάντα και τους πάντες. Όσο μεγαλώνει ενδιαφέρεται να μάθει το γιατί και το διότι των λεπτότερων αποχρώσεων της πειθαρχίας και ακόμη  το βαθμό της πίστης και της προσήλωσης του γονιού στους κανόνες που έχει διδαχθεί. Για το λόγο αυτό  χαίρεται πραγματικά διαπιστώνοντας τη σταθερότητα και τη συνέπεια της αντίδρασης των γονιών του. Αντίθετα ξαφνιάζεται, νιώθει ανασφάλεια, μειώνεται ο θαυμασμός, κλονίζεται  η εμπιστοσύνη και η αγάπη του όταν διαπιστώνει υποχωρητικότητα ή ασυνέπεια στη συμπεριφορά των γονιών του.

Κάθε καινούργιος κανόνας ζωής γίνεται κτήμα του παιδιού μόνο με υπομονή, αγάπη, συνέπεια και πάνω από όλα με το προσωπικό παράδειγμα του γονιού. Το προσωπικό παράδειγμα και η συνέπεια είναι τα θεμέλια της ανατροφής του παιδιού.

Το παιδί στην καρδιά και στο μυαλό του έχει ως εικόνισμα τους γονείς του οι οποίοι αποτελούν για εκείνο το αντικείμενο απεριόριστου θαυμασμού και αγάπης. Ο άνθρωπος είναι έντονα μιμητικό όν και δεν θέλει με κανένα τρόπο να υστερεί σε τίποτα από τους άλλους. Τα ίδιο συμβαίνει και στα παιδιά  τα οποία μιμούνται και αντιγράφουν τα πάντα από τους γονείς τους, τον τρόπο που συμπεριφέρονται και συζητούν, ακόμα και τις κινήσεις του σώματος. Τα πρώτα τρία  χρόνια λόγω νοητικής και συναισθηματικής ανωριμότητας  ακολουθούν τους κανόνες μιμούμενοι και αντιγράφοντας τους γονείς. Συχνά όμως και χωρίς δυσκολία τους καταργούν, παραβατούν και συμπεριφέρονται με τρόπο που τους ευχαριστεί  εκείνη τη στιγμή, εφόσον αδυνατούν να  διακρίνουν εύκολα τις αντίθετες έννοιες και η  συμπεριφορά τους είναι παρορμητική. Όσο μεγαλώνουν και ωριμάζουν αντιλαμβάνονται τους λόγους που επιβάλλεται να ακολουθείται κάθε κανόνας και συνειδητά πλέον τον  αποδέχονται. Με υπομονή και συνέπεια, που πραγματικά περιμένει το παιδί από το γονιό, θα κατορθώσουμε να το πείσουμε ότι ο περιορισμός ή ο φραγμός που του βάζουμε είναι σωστός ή το λιγότερο αναπόφευκτος.   

Καμία νουθεσία, καμία προτροπή δεν γίνεται αποδεκτή από το παιδί και δεν θα γίνει κτήμα του αν δεν τη συνοδεύει η υπομονή, η αγάπη, το προσωπικό παράδειγμα και η συνέπεια των γονιών του.

Αντιστρέφοντας, η ασυνέπεια είτε με την αναντιστοιχία των πράξεών μας με τα λόγια μας είτε με την κατά περίπτωση  διαφορετική αντίδρασή μας στο ίδιο θέμα ή πρόβλημα, αποτελούν τους χειρότερους αντιπάλους μας στην προσπάθεια να εγκαταστήσουμε την πειθαρχία στη σκέψη και την ψυχή του παιδιού.