Περασμένα μεγαλεία... Η πορεία του Γιάννη Χατζηνικήτα

Γράφει ο 
Δημήτρης Δραγάτης

 

Αν δεν έλεγες τη λέξη "προφήτης" πιθανόν και να μην μπορούσες να τον βρεις εύκολα. Τώρα τι μπορεί να σημαίνει αυτή η λέξη, μάλλον ακόμα και σήμερα κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα. Ίσως του την ...κόλλησαν γιατί ήταν από τους τερματοφύλακες που θαρρείς και μπορούσε να ...διαβάσει τη σκέψη του αντιπάλου και ήταν πάντοτε εκεί που έπρεπε την κατάλληλη χρονική στιγμή.

Ο λόγος για τον Γιάννη Χατζηνικήτα, ενός τερματοφύλακα που κατάφερε να αφήσει και αυτός τη σφραγίδα του στα ποδοσφαιρικά πράγματα της περιοχής μας. Αποτελεί ένα από τα "βαριά χαρτιά" στη θέση "Νο 1" και πέρασε στην ιστορία για τις υπέροχες και εντυπωσιακές αποκρούσεις του. Κατάφερνε να ξεσηκώνει όλη την εξέδρα και να εισπράττει το χειροκρότημα όλων όσων τον παρακολουθούσαν. Ο Γιάννης Χατζηνικήτας ή αλλιώς "προφήτης" είναι ένας από τους καλύτερους τερματοφύλακες που πέρασαν από την ομάδα του Διαγόρα. Αέρινος, με εντυπωσιακά ρεφλέξ, δύσκολα μπορούσες να του βάλεις γκολ. Έπρεπε να κοπιάσεις πολύ ή να είσαι αρκετά τυχερός.

Ο Γιάννης Χατζηνικήτας γεννήθηκε στη Σύμη το 1933 και στη Ρόδο ήρθε για πρώτη φορά σε ηλικία 6 ετών. Αρχικά έμεινε στο Νιοχώρι, όμως το 1943 η οικογένειά του μετακόμισε στον Άη Γιάννη. Από πολύ μικρός είχε επαφή με το ποδόσφαιρο στη γειτονιά του. Η Αστυνομία τους έπαιρνε καμιά φορά την μπάλα, όμως οι πιτσιρικάδες την έπαιρναν και έπαιζαν ξανά. Και κάθε φορά γινόταν αυτή η ιστορία. Ήταν και οι γονείς που φώναζαν, οπότε καταλαβαίνει κανείς ότι ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα. Όμως αυτή ήταν ίσως και η μαγεία των παιδικών χρόνων όχι μόνο του "προφήτη" αλλά και πολλών άλλων παιδιών που είτε έκαναν καριέρα στη συνέχεια είτε όμως και όχι.

Το πρώτο του δελτίο
Το πρώτο του δελτίο το έκανε σε πολύ μικρή ηλικία σε μια ομάδα που λεγόταν Ολυμπιακός Άη Γιάννη. Στην αρχή ξεκίνησε να παίζει ως επιθετικός αλλά μια ημέρα που ο τερματοφύλακας έφυγε για φαντάρος τον έβαλαν στη θέση του!

Μιλάμε για τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1950 τότε που η ομάδα συμμετείχε στο τοπικό πρωτάθλημα της Ρόδου. Είχε συμπαίκτες του τον αδελφό του, τον Κουλουμπράκη, τον Κυπριώτη, τον Γιάκλο, τους αδελφούς Γαϊτάνους και άλλους γνωστούς παίκτες την εποχή εκείνη. Από την ομάδα αυτή δεν έφυγε ποτέ. Απλώς, αναγκαστικά θα μπορούσε να πει κανείς, άλλαξε φανέλα όταν έγινε η συγχώνευση με τον Αθλητικό  Όμιλο Νεοχωρίου που είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία του Παρροδιακού.

Η δημιουργία του ΠΑΟ Διαγόρα
Η ομάδα αυτή δεν κράτησε για πολύ καθώς λίγο αργότερα και μετά την πτώση του Διαγόρα από τη Β' Εθνική, ο Παρροδιακός συγχωνεύτηκε με τους "κυανέρυθρους" και έτσι προέκυψε ο ΠΑΟ Διαγόρας. Συνέχισε να αγωνίζεται με τη φανέλα του Διαγόρα μέχρι και το 1967. Είχε δημιουργηθεί μια πολύ καλή ομάδα με παίκτες οι οποίοι άφησαν εποχή στο Δωδεκανησιακό ποδόσφαιρο. Ο  ίδιος μιλώντας για αυτή την ομάδα της δεκαετίας του 1960 σε μια παλιότερη συνέντευξη στον γράφοντα αυτού του αφιερώματος είχε τονίσει τα ακόλουθα:

"Αν αυτοί οι παίκτες έπαιζαν τώρα, δεν θα υπήρχε ομάδα να τους αγοράσει γιατί θα κόστιζαν πάρα πολλά χρήματα. Ας μη μου λένε για τους Νικολαΐδη, Μαχλά και άλλους. Δεν μπορώ να συγκρίνω τον Νικολαΐδη με τον Σβύνο, τον Σισμάνη, τον Ασπράκη, τον Παπαδιό, τον Δελαπόρτα, τον Παυλίδη, τον Σκιαθίτη, τον Αχιολά και πολλούς άλλους. Δεν υπάρχουν πλέον αυτοί οι ποδοσφαιριστές. Τότε δεν υπήρχαν οι ...κρέμες και τα λάδια που βάζουν τώρα οι παίκτες.

Στη Β' Εθνική είχα μια φανέλα για πέντε χρόνια. Δεν την άλλαζα καθόλου. Βρεχόμασταν με αυτή τη φανέλα; Έ, με αυτή παίζαμε μέχρι να τελειώσει το παιχνίδι. Δουλεύαμε και πηγαίναμε απευθείας στην προπόνηση. Είχαμε όμως και καλούς παράγοντες όπως οι κ. κ. Κοκίδης, Γλυνός, Βεργωτής, Μιχαηλίδης, Πολεμικός... Πηγαίναμε παντού όλοι μαζί παρέα. Στο σινεμά, στα μπουζούκια..."

Το ενδιαφέρον της ...Ρεάλ!
Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 έγινε κάτι που για πολλούς που διαβάζουν αυτές τις γραμμές ίσως να φαίνεται εξωπραγματικό. Και όμως είναι πέρα για πέρα αληθινό. Κάποια στιγμή λοιπόν έφθασε ένα τηλεγράφημα στον πρόεδρο του Παρροδιακού, τον Μαμαλίγκα. Ήταν από την Ρεάλ Μαδρίτης. Τον ζητούσανε να πάει. Ο ίδιος ούτε που μπορούσε να φανταστεί κάτι τέτοιο, όμως μόλις το πληροφορήθηκε ήταν και κάθετα αντίθετος.

Ως γνήσιος τοπικιστής δεν θα μπορούσε να κάνει αυτό το πολύ μεγάλο βήμα. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του όμως και άλλες ομάδες ενδιαφέρθηκαν για την απόκτησή του. Για παράδειγμα, όσο ήταν φαντάρος στην Καλαμάτα είχε ενδιαφερθεί ο Παναθηναϊκός αλλά και ο Απόλλων Αθηνών. Όμως και πάλι δεν ήταν ιδιαίτερα ζεστός αν και έτρεφε μια εκτίμηση στην ομάδα της Ριζούπολης.

Η Ρόδος και οι ...δύο προπονήσεις
Το 1967 όπως είναι γνωστό, δημιουργήθηκε η Ρόδος. Του έγινε πρόταση για να πάει. Την αποδέχθηκε αλλά όχι για πολύ. Έκανε δυο προπονήσεις υπό τις οδηγίες του Ανδρέα Σταματιάδη και αμέσως μετά πήρε την απόφαση να σταματήσει.

Ήταν μια περίοδος που ήταν παντρεμένος, είχε και δυο μικρά παιδιά, οπότε στην ουσία έκοψε την μπάλα. Βέβαια, λίγο μετά τα 40 του, έβγαλε ένα δελτίο στην Αθλητική Ένωση Μεσαναγρού. Αλλά για λίγο... Μόνο για να περάσει η ώρα. Οπότε σύντομα σταμάτησε. Για τον "προφήτη", το ποδόσφαιρο τελείωσε μετά τον Διαγόρα. Δεν ασχολήθηκε καθόλου ενώ δεν πήγε και στο τοπικό να αγωνιστεί. Ήταν προσωπική του επιλογή.

Ο Βασίλης Κοσκινάς  και η προπόνηση...
Ένας από τους ανθρώπους που τον μύησαν αρκετά καλά στη θέση του τερματοφύλακα σε νεαρή ακόμα ηλικία, ήταν ο Βασίλης Κοσκινάς. Ήταν ένας άνθρωπος  τον οποίο είχε στα πρώτα χρόνια στον Διαγόρα. Μια μέρα μάλιστα, ο θρύλος λέει ότι κάπνισε ένα τσιγάρο. Στην προπόνηση που ξεκινούσε λίγο μετά, δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του. Κυριολεκτικά σερνόταν.

Όταν τον ρώτησε ο Βασίλης Κοσκινάς και του είπε την αλήθεια, του έκανε παρατήρηση και του ζήτησε να μην τον ξανακάνει. Όπως και έγινε. Από τότε δεν έβαλε ποτέ το τσιγάρο στο στόμα του. Ο ίδιος όμως έκανε και από μόνος του προπόνηση γιατί είχε πάρα πολύ μεγάλη φλόγα. Ανεβοκατέβαινε τα σκαλιά του τότε Εθνικού Σταδίου και μετά έμπαινε στο σκάμμα, στην άμμο. Έφευγε από την πίσω πλευρά και πήγαινε στη συνέχεια ως τα ψυγεία του Κωσταρίδη. Κάθε μέρα.

Ένα άλλο που αξίζει τον κόπο να αναφερθεί είναι ότι δεν έβαλε ποτέ του γάντια, ούτε και επιγονατίδα. Έπαιζε έτσι. Δεν είχε κανένα πρόβλημα να ματώσει ή να πονέσει και να χτυπήσει τα δάκτυλά του. Δεν το σκεφτόταν καν.