Να ενισχυθεί η ιδιωτική πρωτοβουλία στα πλαίσια της οικονομικής ανάπτυξης

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Η Ελλάδα, με την τωρινή Κυβέρνηση στην Εξουσία δρα, κινείται και αναπτύσσεται μέσα σ’ ένα πρότυπο ανοικτής Οικονομίας. Ξεφύγαμε, σε πολλές περιπτώσεις, από εμπρός-πίσω, με αποτέλεσμα να κινούμεθα στο σωστό οικονομικό δρόμο, που επιβάλλουν οι ανάλογοι χειρισμοί. Και υπό τις συνθήκες που τείνουν να διαμορφωθούν στη σύγχρονη εποχή, τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε Διεθνές επίπεδο. Και είναι αδήριτη η ανάγκη, ως Κράτος να συνεχίσουμε να αναζητούμε σε όλα τα παραγωγικά επίπεδα την ορθολογική μας ανάπτυξη. Μέσα, όμως, σ’ αυτό το πλαίσιο κατά τρόπον περισσότερο ευκρινή για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς, αλλά και κατ’ επέκταση και Εθνικούς.
• • •
Προ ημερών η εξαγγελία πρόσκλησης για τον επαναπατρισμό Ελλήνων του Εξωτερικού υψηλής ειδίκευσης και επιστημονικής εμπειρίας είναι ευπρόσδεκτη. Αρκεί, όμως, να έχουμε υπόψη μας, εκ των προτέρων ότι, κανένα μέτρο δεν πρόκειται να αποδώσει, όταν είναι από τα αποσπασματικά και ενέχουν στοιχεία εντυπωσιασμού.
Καθόσον, φυσική συνέπεια είναι η έννοια της οικονομικής διαδρομής να παραλλάσσει κατά τρόπο και χρόνο. Και, ως εκ τούτου, καθίσταται πρόδηλο εκείνο που θεωρούταν ότι, ικανοποιούσε την ανθρώπινη ζωή σε άλλες προγενέστερες οικονομικές ανάγκες, καθώς και κοινωνικές απαιτήσεις.

Παρά ταύτα, στόχος της ορθολογικής ανάπτυξης και μάλιστα της αειφόρου, όπως αυτή εκφράζεται στη σύγχρονη εποχή, μέσα σε μια επιβάρυνση του περιβάλλοντος, δεν είναι απλώς θέμα ευχολογίου. Αποτελεί θέμα πρωτίστως ριζικής αλλαγής σκέψης και νοοτροπίας, που να αποβλέπει στη δημιουργία ενός πλαισίου, το οποίο να ευνοεί τη λειτουργία αποδοτικών παραγωγικών μονάδων, παράλληλα εναρμονισμένων στον υγιή ανταγωνισμό. Ωσαύτως, η ύπαρξη του κέρδους και η δημιουργία νέου κεφαλαίου, σαν προϋπόθεση ανταμοιβής κάθε επιχειρηματικής πρωτοβουλίας και ορθολογικής δραστηριότητας να είναι από τα πρωταρχικά στην οικονομική ζωή. Και είναι από τα αρνητικά φαινόμενα ότι, υπήρξε περίοδος, πρόσφατη μάλιστα, όπου στη Χώρα μας το κέρδος θεωρούταν, περίπου, σαν αμάρτημα.

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι μία: Δεν είναι δυνατό να παραγνωρίζεται το κίνητρο του κέρδους. Η ισότητα εισοδημάτων αποτελεί ουτοπία. Αντίθετα, ακόμη και για το γενικό συμφέρον κοινωνικής και οικονομικής άποψης, θεωρείται σκόπιμη η ανταμοιβή του καθενός, ανάλογα με τις εκδηλούμενες ικανότητές του. Παράλληλα, όμως, δεν μπορεί να αγνοείται και η ικανοποίηση αιτημάτων κοινωνικής δικαιοσύνης για την εξάλειψη των παρουσιαζόμενων αδικιών στην ανακατανομή του Εθνικού προϊόντος, ιδιαίτερα υπό μονοπωλιακές καταστάσεις. Δεν επιτρέπεται, υπό το πρόσχημα της μεγαλύτερης ατομικής ελευθερίας να καταπνίγεται η κοινωνική δικαιοσύνη, η οποία πρέπει να συνδυάζει το ατομικό στοιχείο προς το κοινωνικό. Όπως, δε, αναφέρει ο μακαρίτης Πανεπιστημιακός δάσκαλος Δημήτριος Καλιτσουνάκης: »...καθαρή οικονομία η οποία συλλαμβάνεται άνευ κοινωνικών κατηγοριών είναι κάτι το ακατανόητο».

Στη σύγχρονη εποχή τρεις είναι οι παράμετροι, πάνω στις οποίες βασίζεται, κατά βασικό λόγο η ορθολογική ανάπτυξη. Πρώτον, η οικονομική συμπεριφορά του ατόμου, το νοικοκυριό, δεύτεορ, οι παραγωγικές μονάδες, δηλαδή, οι επιχειρήσεις και τρίτον, το Κράτος (1).
Το βέβαιο είναι ότι, όλα τα οικονομικά συστήματα συγκλίνουν στη διαπίστωση, πως χωρίς της δημιουργία πλούτου δεν μπορεί να υπάρξει και η δίκαιη διανομή του. Ο, δε, πλούτος δεν παράγεται κατά τύχη, ούτε πέφτει στη γη ως «μάννα εξ ουρανού». Έτσι οι άνθρωποι συμμετέχουν διττώς στην οικονομική ανέλιξη: αφενός, ως προσφέροντες θυσίες και αφετέρου, ως λαμβάνοντες χρησιμότητες. Και κατά τον μακαρίτη Καθηγητή Ξενοφώντα Ζολώτα, «ο πλούτος κάθε χώρας είναι οι άνθρωποί της και οι αρετές τους». Και ακριβώς στα πλαίσια της προσπάθειας που καταβάλλει το άτομο για την ευημερία, αναδεικνύεται και ο σημαντικός ρόλος της ιδιωτικής πρωτοβουλίας.

Αποτελεί, πλέον, κοινή πεποίθηση και πρέπει να επαναλαμβάνεται ότι, το Κράτος απέτυχε σαν επιχειρηματίας στην Ελλάδα, αλλά και παγκόσμια. Το, δε, πολυδιαφημισμένο σύστημα του υπαρκτού κρατικού σοσιαλισμού απέτυχε, επίσης, ακριβώς διότι παρεμποδίζει την ελεύθερη ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Και όσες χώρες βρίσκονταν, επί χρόνια, κάτω από το νεφελώδες προαναφερθέν οικονομικό σύστημα και προσχώρησαν σε αυτό της ελεύθερης αγοράς, συνήλθαν οικονομικά. Αρκεί να αναφερθεί το παράδειγματ ης Κίνας, η οποία από το στάδιο της υπανάπτυξης που βρισκόταν επί σειρά ετών, βαθμιαία εξελίχθηκε σε παγκόσμια οικονομική δύναμη. Και είχε απόλυτα δίκαιο, όταν ο Ξενοφώντας έγραφε: «Τα αυτά όντα των μεν επισταμένων χρήσθαι αυτών εκάστοις χρήματα εστί, τω δε μη επισταμένω ου χρήματα». (Τα ίδια πράγματα αποτελούν αγαθά γι’ αυτόν που ξέρει να τα χρησιμοποιεί και δεν αποτελούν αγαθά γι’ αυτόν που δεν ξέρει να τα χρησιμοποιεί).

Ωστόσο, δε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι και ο ακραίος φιλελευθερισμός αποτελεί «πανάκεια». Ο μέσος δρόμος και αφορά το Κράτος περιοριστεί στη γενική προγραμματική κατεύθυνση και εποπτεία ενδείκνυται να συμβαδίζουν σήμερα. Απόδειξη της βαρύτητας που δίνεται στη σύγχρονη εποχή και στον κοινωνικό τομέα είναι το γεγονός ότι στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργεί ο θεσμός του άτυπου συμβουλίου για κοινωνικά θέματα, το οποίο συνέρχεται κατά διαστήματα και παίρνονται ανάλογες αποφάσεις. Στην προ ετών Σύνοδο Κορυφής της Λυσαβώνας, για παράδειγμα, είχε αποφασιστεί η οικονομική και κοινωνική μεταρρύθμιση, όπου μεταξύ των άλλων, προβλέπεται όπως η Ένωση προχωρήσει με μακροπρόθεσμο ορίζοντα σε θέματα της κοινωνικής συνοχής και την αύξηση των θέσεων εργασίας...

Επί του προκειμένου, ίσως διατυπωθεί η εύλογη απορία: Γιατί η ιδιωτική και όχι κρατική επιχείρηση, δοθέντος, μάλιστα, ότι το Κράτος μπορεί να έχει ευκολότερη νομική προσαρμογή και περισσότερη, ανάλογα, κοινωνική αποτελεσματικότητα; Πράγματι, έστω και θεωρητικά, παρουσιάζεται ευλογοφανής η ένσταση. Παρά ταύτα, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Ο ιδιώτης επιχειρηματίας διακινδυνεύει αφ’ ενός τα δικά του συμφέροντα και αφ’ ετέρου, καταβάλλει πέραν του δέοντος προσπάθειες ώστε να σταθεί στα πόδια του επιχειρηματικά, προκειμένου να αποδώσει η μονάδα που δημιούργησε. Εάν, δε, υπάρξουν ζημιές τις πληρώνει ο ίδιος, σε αντίθεση με τις κρατικές, όπου τις ζημιές τις πληρώνει το σύνολο.

Και παρατηρείται, κατά διαστήματα, τελευταία μάλιστα, κατάντησε κανόνας, οι κυβερνήσεις με πρόσχημα την προστασία των εργαζομένων να διατηρούν στη ζωή ζημιογόνες κρατικές ή παρεμφερείς σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, οικονομικές δραστηριότητες χωρίς να διασώσουν ή και να εξυγιάνουν ούτε καν μόνο για δείγμα (2). Και για να περιοριστούμε στα ελληνικά, στα δικά μας, η τακτική αυτή εφαρμόζεται στη χώρα μας ακριβώς σε μια συγκυρία, κατά την οποία η κρατική παρέμβαση στην επιχειρηματικότητα έπαψε πια να είναι η λύση, απεναντίας αποτελεί την ουσία του προβλήματος.

Εξάλλου, πρέπει να το συνειδητοποιούσουμε ότι, στην Ελλάδα οι επιχειρηματίες, οι άνθρωποι της αγοράς υπήρξαν ανέκαθεν και συνεχίζουν να είναι χρήσιμοι στις δύσκολες περιόδους της εθνικής μας ζωής. Και είναι ιστορικά καταγραμμένο ότι ελληνικός στόλος, κατά την Επάνασταση του 1821, αποτελείτο από πρώην εμπορικά πλοία των Υδραίων, των Ψαριανών, των Σπετσιωτών και των Σπετσιωτών και των Γαλαξιδαίων.

Είναι οι άνθρωποι αυτοί, που ριψοκινδυνεύουν και δημιουργούν πλούτο, που στην ελεύθερη οικονομία δεν παίρνει στάσιμη αντιπαραγωγική κρατικίστικη μορφή, αλλά διαχέεται με θετικές αναδιανεμετικές επιπτώσεις, δημιουργώντας θέσεις εργασίας, καλύτερες συνθήκες ζωής, Πολιτισμό, κοινωνική συνοχή και αυτοπεποίθηση, καθώς και αίσθημα Εθνικής ασφάλειας. Επιχειρηματίες ήσαν οι Εθνικοί Ευεργέτες, που ύψωσαν Εκκλησίες, Νοσοκομεία, Σχολεία, Φιλανθρωπικά Ιδρύματα και η προσφορά τους στην ανέλιξη του Γένους υπήρξε ανεκτίμητη και στη Μητέρα-Πατρίδα, αλλά και στον Ελληνισμό της διασποράς.

Ενδεικτικό το παρακάτω παράδειγμα: Στη Βράϊλα της Ρουμανίας υπάρχει ένας Ιερός Ναός, μία Εκκλησία επιβλητική, όμοια της οποίας στη δεκαετία του 1910 δεν υπήρχε στην Ελλάδα. Στην πρόσοψη του Ναού υπάρχει η επιγραφή: “Δωρεά των πλοιάρχων των ποταμοπλοίων του Δουνάβεως”. Όταν ο Εθνάρχης Ελευθέριος Βενιζέλος, Πρωθυπουργός το 1912, πήγε στη Ρουμανία για να υπογράψει τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου οι εκεί Ομογενείς τον συνόδευσαν να επισκεφθεί την εν λόγω Εκκλησία. Ο Βενιζέλος εντυπωσιάστηκε και τους είπε: “Bρε παιδιά, εδώ την κάνατε; Αυτό τον Ναό έπρεπε να τον κάνετε εις την Ελλάδα” (3).

Η μακαρίτισσα Ελένη Βλάχου γράφοντας στην “Καθημερινή” για τους ευεργέτες Ομογενείς ανέφερε χαρακτηριστικά, μεταξύ των άλλων: “Oι περισσότεροι από αυτούς είχαν ξεκινήσει φτωχόπαιδα από βροχοτόπους και αετοφωλιές, έφθαναν στις μεγάλες Πολιτείες και εκεί ξεπερνούσαν όλες τις αντιξοότητες, έδιναν τον αγώνα τους, με μόνο όπλο την ευφυΐα, την εργατικότητα. Ποιό σενάριο μπορούσε να ξεπεράσει τη βιογραφία του Βαρβάκη, που από τα Ψαρά έφθασε στη Ρωσία πεζός ως την Πετρούπολη - και εκεί κάποιος Έλληνας, που εγνώριζε τη Μεγάλη Αικατερίνη τού εξασφάλισε άδεια να ψαρεύει στην Κασπία; Και εκεί ο αμόρφωτος νησιώτης επινόησε την κατεργασία του χαβιαριού και έγινε ο προμηθευτής όλων των μεγάλων και των πλουσίων, εγνώρισε Μέγαρα και Ανάκτορα...”.

Θα ήταν, όμως, παράλειψη να μην αναφερθούν και μερικοί άλλοι επώνυμοι Ευεργέτες - επιχειρηματίες του Γένους: Ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο Μιχάλης Τοσίτσας, ο Χρηστάκης Ζωγράφος, οι Ζωσιμάδες, ο Ευάγγελος και Κωνσταντίνος Ζάππας, οι Γεώργιος και Συμεών Σίνας, η οικογένεια Ριζάρηδων, ο Πατσιμάδης ο Πεντεδέκας από την Ήπειρο, οι Γουλανδρήδες, ο Μποδοσάκης, ο Αριστοτέλης Ωνάσης ο Σμυρνιός, η οικογένεια Αγγελοπούλου, καθώς και άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι, πάντα δημιουργοί και θεμελιωτές.

Πρέπει να αναφερθεί, έστω και παρεπιμπτόντως ότι και ο Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής, ο Πρόδρομος της Ελληνικής Επανάστασης και Εθνομάρτυρας, αν και δάσκαλος, εξάσκησε για αρκετό διάστημα και περισσότερη, ανάλογα, κοινωνική αποτελεσματικότητα; χρονικό διάστημα στην Κωνσταντινούπολη το επάγγελμα του εμπόρου., Καθώς,  επίσης και οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας το 1814, Ξάνθος,Σκουφάς και Τσακάλωφ είχαν και αυτοί, ως εκύριο επάγγελμα την εμπορία. Η ιδιότητά τους, ωστόσο, αυτή δεν τους εμπόδισε να υπερνικήσουν τους “στεγνούς” αριθμούς των κατάστιχων και να εξαρθούν σε υψηλότερα ιδανικά.

• • •
Μεταξύ Σχολικών κτηρίων Δημοτικής Εκπαίδευσης που ανηγέρθησαν στη Ρόδο την περίοδο 1900-1912 περιλαμβάνεται και το Βενετόκλειο Γυμνάσιο  με χορηγία των Αδελφών Δημητρίου και Μίνωος (κατάθεση του θεμέλιου λίθου (18/31 Ιαν. 1909) και τα εγκαίνια (4/17 Ιουλίου 1910).

 Ο Σπύρος Μελάς, σχολιάζοντας τ5ην πατριωτική έξαρση και το ριψοκίνδυνο που έδειξαν οι τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιερίας σε μία δύσκολη καμπή της ιστορίας μας, και τους οποίους δύο κορυφαίοι του Γένους, ο Αδαμάντιος Κοραής και ο Ιωάννης Καποδίστριας τούς νουθετούσαν να μην βιάζονται και τους ειρωνεύονταν ότι, δεν στοχάζονταν “πολιτικά” ανέλαβαν αυτή την πρωτοβουλία, σε συνδυασμό καιμε τη συντηρητική φύση του μικροεπαγγελματικού τους επαγγέλματος, γράφει σχετικά: «...Στο μέγα παιχνίδι της ζωής χρήσιμος είναι όποιος το νεράκι της φρονιμάδας ξέρει να τ’ ανακατεύει με το δριμύ κρασί της τόλμης».

Και η σκλαβωμένη τότε Δωδεκάνησος παρούσα
Επίσης και η Δωδεκάνησος, πολλά χρεωστά και αυτή στους σκαπανείς της δικής της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, Δωδεκανήσιος, γέννημα και θρέμμα, από την Πάτμο, ο Εμμανουήλ Ξάνθος ήταν ο πρωτεργάτης της Φιλικής Εταιρείας.
• • •
Δωδεκανήσιοι έμποροι με διεθνή, μάλιστα ακτινοβολία ήσαν αρκετοί. Οι Καζούλληδες, οι Βουβάληδες, οι Πετρίδηδες, ο Χατζηδημητρίου Κουμπλάς από τη Μαλώνα, ο Γιάννης Οικονομίδης και τόσοι άλλοι.

Επίσης από τη Λίνδο ο καραβοκύρης Βασίλειος Διάκου, ο Σπύρος Καρασλάνης, πολιτικός μηχανικός, και τελευταία ο Λίνδιος πολιτευτής Γιάννης Ζίγδης, με δαπάνη του οποίου ανεγέρθηκε το Πνευματικό Κέντρο Λίνδου Ιωάννης Γ. Ζίγδης.
Εν τω μεταξύ, από την τουρκοκρατια κι’ εδώ ευαγή Ιδρύματα, Εκπαιδευτήρια, μεγάλες ευεργεσίες, αθλητικές εγκαταστάσεις και δωρεές φέρουν τη σφραγίδα επιτυχημένων επιχειρηματιών και κοσμούν πολλά άλλα νησιά της Δωδεκανήσου.

Σημειώσεις
1) Γ. Λιανός: «Ο πλούτος της Κοινωνίας». Οικονομικός Ταχυδρόμος 1-3-2003. 2) Γιάννης Μαρίνος “Ιδιωτική Πρωτοβουλία”. Ο ωφέλιμος αποδιοπομπαίος τράγος. Ευρωδράση, τεύχος 2/2003. 3) ΕΒΕΔ Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2.300 χρόνια. Μάιος 1995.