Η Ρόδος τιμά τον ήρωα καταδρομέα Νικόλαο Κατούντα

Παρουσίαση του βιβλίου «Νικόλαος Κατούντας. Ο Λεωνίδας της Κερύνειας» (επιμέλεια Σάββα  Καλεντερίδη, Αθήνα, εκδόσεις  Ινφογνώμων, 2019), από τη φιλόλογο του Λυκείου Αφάντου και Διδάκτορα, Στέλλα Π. Βουτσά, σε εκδήλωση των Πολιτιστικών Συλλόγων Κυπρίων, Ποντίων, Αρμενίων και Μικρασιατών Ρόδου (Νεστορίδειο Μέλαθρο, 15 Δεκεμβρίου 2019)

«...ες γην εναλίαν Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν...»
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ, «ΕΛΕΝΗ»

Το βιβλίο που σας παρουσιάζω είναι, ομολογουμένως, ένα βιβλίο συγκλονιστικό, από πλευράς περιεχομένου. Αλλά και από πλευράς μορφής, πρόκειται για ένα βιβλίο άρτια δομημένο. Και όπως γράφει ο Γιώργος Σεφέρης για τον «Ερωτόκριτο», «μπορείς να ανοίξεις στην τύχη το βιβλίο, δεν υπάρχει ποτέ φόβος να πέσεις σ’ ένα σημείο ανιαρό ή λιγότερο ενδιαφέρον». Πράγματι, το βιβλίο αυτό θα σας κρατήσει καθηλωμένους. Πρόκειται για μια ανθολογία μαρτυριών -ένα βιβλίο ντοκουμέντο, δηλαδή- ανθρώπων που γνώρισαν από κοντά ή συνδέθηκαν με κάποιο τρόπο συναισθηματικά, θαυμάζοντας τη θυσία του, με τον ήρωα λοχαγό Νικόλαο Κατούντα. 

Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, το “Χρονικό της Τραγωδίας”, γραμμένο από τον κ. Σάββα Καλεντερίδη, αποδεικνύει την άριστη γνώση του συντάκτη του σχετικά με τα στρατιωτικά και πολιτικά τεκταινόμενα της εποχής, από τον Φεβρουάριο του 1974 και κυρίως το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, τον απόπλου του τουρκικού αποβατικού στόλου από τη Μερσίνα, την ημέρα της απόβασης στη Κυρήνεια, μέχρι την αποδοχή της κατάπαυσης του πυρός που ανακοινώθηκε από τον Τούρκο πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετζεβίτ στις 22 Ιουλίου 1974, ύστερα από απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Στη δίνη όλων αυτών των γεγονότων ο Λοχαγός Νικόλαος Κατούντας ήταν Διοικητής του 31ου Λόχου Κρούσεως της 33 Μοίρας Καταδρομών, η οποία είχε λάβει διαταγή να κινηθεί από το όρος Πενταδάκτυλος προς την περιοχή Αγίου Γεωργίου Κερύνειας επικεφαλής δύο λόχων καταδρομέων, προκειμένου να εξαλείψει το προγεφύρωμα μιας πολλαπλάσιας αριθμητικά δύναμης 3.200 ανδρών, η οποία διέθετε και αεροπορική υποστήριξη και τεθωρακισμένα οχήματα.

Μια πραγματική αποστολή θανάτου ή αυτοκτονίας, δηλαδή, στην «Κύπρο τη θαλασσοφίλητη», για να θυμηθούμε και πάλι τον Σεφέρη. Είχε προηγηθεί ο χαμός στη μάχη του Διοικητή της 33 Μοίρας Καταδρομών, Αντισυνταγματάρχη Κατσάνη Γεωργίου, σε επιτυχημένη επιχείρηση που είχε λάβει χώρα το προηγούμενο βράδυ στον Άγιο Ιλαρίωνα Πενταδακτύλου. 

Στο βιβλίο δεσπόζουν, κατά την άποψή μου, δύο μαρτυρίες, οι οποίες αποτελούν και την κορύφωση της συγκινησιακής φόρτισης. Οι τρεις σελίδες της συζύγου Σταυρούλας (Ρούλας) Κατούντα αφιερωμένες στον ήρωά της είναι ένα μνημείο λόγου.

«Ιούλιος 1974 στην Κύπρο. Βρεθήκαμε στο μάτι του κυκλώνα. [...] Ο άνεμος σηκωνόταν από το πέλαγος και έφερνε υγρασία. Ο άνεμος σηκωνόταν από την Ιστορία κι έφερνε σκιές, κακά προμηνύματα για ό,τι θα ακολουθούσε. Τα γεγονότα καταιγιστικά, η μισή Κύπρος θα χανόταν. Ήταν σχεδόν προδιαγεγραμμένο, συμφωνημένο, αμετάκλητο. Κάποιοι έπαιζαν με τις τύχες μας και τις ζωές μας  [...] Ιούλιο του 1974 στην Κερύνεια, σ’ αποχαιρέτησα με σφιγμένη καρδιά κρατώντας το μωρό μας στην αγκαλιά. Σαν κάτι να μου έλεγε πως δεν θα σε ξανάβλεπα, σαν κάτι να μου φώναζε να σε σταματήσω. Κοντοστάθηκες στην πόρτα. Έλαμπες μέσα στη στρατιωτική στολή, όμορφος σαν άγιος σε εικόνισμα -έτσι μου φάνηκες- αλλά και μ’ έναν αέρα από αρχαίο Έλληνα πολεμιστή. Όμως ποιος μπόρεσε ποτέ ν’ αναστρέψει το κακό, ν΄αλλάξει αυτά που ετοιμάζει ύπουλα η συγκυρία; Κι έτσι ήρθαν τα κακά μαντάτα σύντομα: αγνοούμενος κατά κόσμον, για τις καρδιές μας πάντοτε ΠΑΡΩΝ, για τους στρατιώτες σου ΑΘΑΝΑΤΟΣ, για τους Έλληνες ΗΡΩΑΣ. Όμως για μένα, τη θνητή γυναίκα σου, Νικόλα, η συνέχεια …ένα ατέλειωτο κι οδυνηρό ταξίδι μέσα σε γρίφους και αναπάντητα ερωτήματα».

Ας περάσουμε τώρα στις μαρτυρίες των συμπολεμιστών του, όλες γεμάτες αγάπη,  απεριόριστη εκτίμηση και θαυμασμό απέναντι στο πρόσωπο του λοχαγού τους, γιατί τον έζησαν από κοντά, κινδύνεψαν μαζί του και πολλοί από αυτούς σώθηκαν χάρη στην αυταπάρνησή του.  Όπως παρατηρεί και ο Ξενοφών,  «εκ των κοινών κινδύνων πηγάζει η αμοιβαία αγάπη μεταξύ των στρατιωτικών» (την όμορφη αυτή ρήση του αρχαίου ιστοριογράφου μάς την παραδίδει στο βιβλίο ο δημοσιογράφος Σάββας Βλάσης).

Η δεύτερη μαρτυρία που συγκλονίζει είναι αυτή του τελευταίου ανθρώπου που είδε τον Κατούντα, του πολεμιστή της 33 Μοίρας Καταδρομών, Χαράλαμπου Κυρίλλου. Ο συμμαχητής του λοχαγού, διηγείται με πυκνό και παραστατικό λόγο τι συνέβη το «καταραμένο προδομένο μεσημέρι της 22ας Ιουλίου 1974», όπως το χαρακτηρίζει ο ίδιος. Ο Κυρίλλου αφηγείται πως ο 31ος λόχος είχε ξεκινήσει για την Κερύνεια. Ο λοχαγός είχε ακροβολήσει τη μία διμοιρία προς τη θάλασσα και τις άλλες δύο προς τον Πενταδάκτυλο. Εκείνος, ο Κυρίλλου, πάνω στο τζιπ με τον λοχαγό, είχαν κατεύθυνση προς τον Άγιο Γεώργιο, ένα χωριό έξω από την Κερύνεια κι από εκεί θα κατευθύνανε τον λόχο. 

Η εξιστόρηση των δραματικών γεγονότων είναι, σχεδόν, ασθματική, κόβει την ανάσα: οι δυο τους ανέβηκαν σ’ ένα τριώροφο σπίτι για να βλέπουν καλύτερα, μιας και ο Λοχαγός φοβόταν μήπως γινόταν κάτι από τη θάλασσα. Ο Κυρίλλου ανοίγει το ψυγείο και βρίσκει ένα κομμάτι καρπούζι. Το αρπάζει αμέσως, από τη δίψα τους ήταν έτοιμοι να σβήσουν. Ωστόσο, από ντροπή το δίνει στον λοχαγό του. Κι εκείνη τη στιγμή που ήταν έτοιμοι να ξεγελάσουν τη δίψα τους με το καρπούζι, πληροφορούνται από τη δεύτερη διμοιρία ότι σ’ ένα περιβόλι με λεμονιές υπήρχαν καμουφλαρισμένα 200 τουρκικά άρματα. Εκείνη τη στιγμή ο Λοχαγός κοιτά στα μάτια τον Κυρίλλου και του λέει: «Λοχία, μάς πρόδωσαν». Κι από τη σύγχυσή του, όπως βάσταγε το καρπούζι, το πέταξε στον τοίχο. 

Μετά από μισή ώρα, μαζεύονται όλοι στη Μητρόπολη της Κερύνειας. Εκεί ο λοχαγός έδωσε οδηγίες για το πώς θα απαγκιστρωθεί ο λόχος για να γλιτώσει. «Οπλισμό μηδέν, νηστικοί και διψασμένοι, και όμως, το θάρρος, το πείσμα και η ενθάρρυνση του λοχαγού μας νίκησαν», γράψει ο Κυρίλλου. Η τελευταία πράξη του δράματος παίχτηκε σε μια χαράδρα, κοντά στο τουρκικό χωριό Τέμπλος. Πουθενά τα φίλια τμήματα του Πεζικού που περίμεναν και οι ενισχύσεις. Ο λοχαγός φωνάζει στους στρατιώτες του: «Μωρέ, φύγετε. Οι μανάδες της Κύπρου θα μαυροφορεθούν και δε θέλω να ‘ναι οι δικές σας». Προτίμησε, δηλαδή, να μαυροφορεθούν η μάνα κι η γυναίκα του παρά οι μανάδες των στρατιωτών του, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Αναστάσιος Θεοδωρόπουλος, Αντιστράτηγος εν αποστρατεία. Και ο ίδιος ο Κατούντας, ο καταδρομέας, ο χιονοδρόμος, ο αλεξιπτωτιστής, ο υποβρύχιος καταστροφεάς, αυτός που είχε τον τρόπο έγκαιρα κι εύκολα να ξεφύγει, με χειροβομβίδες στα χέρα κάλυπτε με δικά του πυρά την έξοδο των στρατιωτών του, μέχρι του τελευταίου. Ας θυμηθούμε τον όρκο των Αρχαίων Αθηναίων οπλιτών: «Ού καταισχυνώ όπλα τά ιερά, ούδ' εγκαταλείψω τόν παραστάτην, ότω άν στοιχήσω. Αμυνώ δέ καί υπέρ ιερών καί οσίων, καί μόνος καί μετά πολλών…»

Ας ακούσουμε όμως την ολοζώντανη διήγηση του Κυρίλλου:
«Εγώ κι ο Λοχαγός καλύπταμε τους υπόλοιπους για έξοδο από τη χαράδρα μέχρι να βγει και ο τελευταίος. Μείναμε στο τέλος μόνοι μας, κοιταχτήκαμε στα μάτια για λίγο. Το πρόσωπό του είχε μια υπερκόσμια λάμψη. Αμέσως ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Τέτοιο χαμόγελο δε νομίζω να αντικρίσω ποτέ στη ζωή μου ολόκληρη. Ένα χαμόγελο σιγουριάς, αγάπης και αυτοθυσίας. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε λοχαγός και στρατιώτης. Υπήρχαν δύο άνθρωποι, δύο φίλοι. Μου είπε να φύγω και ότι θα με καλύπτει.
Έφυγα. Ήταν η τελευταία φορά που είδα τον Λοχαγό μου. Εκεί, μέσα στην κουφάλα της χαρουπιάς, με τη στολή του Έλληνα αξιωματικού, τα διακριτικά του καταδρομέα, το φωτεινό του χαμόγελο που ενέπνεε εμπιστοσύνη και σιγουριά και είμαστε έτοιμοι ακόμα και στην κόλαση να τον ακολουθήσουμε, ήταν η τελευταία φορά που είδα τον Λοχαγό, τον Άνθρωπο, τον Φίλο, τον Πατέρα, τον Ήρωα Νίκο Κατούντα. […] Όταν όλα χάθηκαν, μας διέταξε να αποχωρήσουμε. Έμεινε τελευταίος να μας καλύπτει σαν Λεωνίδας της Κύπρου. Η μνήμη του θα μας οδηγεί».

Η αντίσταση του ηρωικού λόχου ήταν τόσο σθεναρή  που οι Τούρκοι είχαν πιστέψει ότι είχαν απέναντί τους μια ισχυρή αριθμητικώς δύναμη, χωρίς να μπορούν να φανταστούν ότι ο αριθμός των αμυνομένων ήταν διψήφιος. Όπως δήλωσε ο ίδιος ο Τούρκος στρατηγός Μπεντρετίν Ντεμιρέλ, ο επονομαζόμενος «Πορθητής της Κερύνειας», «Την πιο ισχυρή αντίσταση του εχθρού τη συναντήσαμε μεταξύ Αγίου Γεωργίου και Κερύνειας. Χάναμε έναν-έναν τους ηρωικούς μας αξιωματικούς...».  
Ο Μίλτος Σταύρου, στρατιώτης της 33 Μοίρας Καταδρομών, διηγείται τις δραματικές εκείνες στιγμές της εξόδου από τη χαράδρα, όταν πολλοί καταδρομείς φώναζαν ξεψυχώντας «Ζήτω η Ελλάς» ή «Ελλάς-Κύπρος ένωσις». «Εγώ τη ζωή μου τη χρωστώ αποκλειστικά στον λοχαγό Κατούντα που με κάλυψε και έριξε τις χειροβομβίδες», δηλώνει ο Σταύρου. «Ήταν σκληρά εκπαιδευμένος κομάντος με τόλμη ψυχής. Μαζί του δεν φοβόμασταν τίποτα και κανέναν, γιατί ο Κατούντας μας ενέπνεε ιδανικά και σιγουριά. Είμαι υπερήφανος που είχα έναν τέτοιο αξιωματικό. Είμαι υπερήφανος που υπηρέτησα τον Λεωνίδα της Κερύνειας». Ο Σταύρου τονίζει ότι, όπως σκληραγωγημένος ήταν ο ίδιος, στόχος του Κατούντα ήταν και η εξίσου σκληρή εκπαίδευση των ανδρών του. Συνήθιζε να τους λέει: «Θα ιδρώσετε τώρα, για να μην χύσετε αίμα αύριο». Τέτοια ήταν η οξυδέρκεια και η διορατικότητά του.

Ο συμμαθητής του ήρωα, Μιχαήλ Σταματογιαννάκης, Συνταγματάρχης ε.α., αφηγείται ένα περιστατικό που δείχνει τη γενναιότητα και το ήθος του Κατούντα. Όταν βάδιζε με τους άντρες του στον Άγιο Ιλαρίωνα, συνάντησε στρατιώτες του 251 Τάγματος Πεζικού, οι οποίοι είχαν διαταχθεί να οπισθοχωρήσουν. Ο λοχαγός τούς ρώτησε πού είναι οι Τούρκοι κι εκείνοι του απάντησαν τρομοκρατημένοι ότι καλύτερα να φύγουν, γιατί οι Τούρκοι είναι πάρα πολλοί. Η οργισμένη αντίδραση του Κατούντα καταδεικνύει το άκαμπτο αγωνιστικό του φρόνημα: «Δε σας ρώτησα πόσοι είναι οι Τούρκοι, αλλά πού είναι» και πρόσθεσε: «Εσείς, αν θέλετε, φύγετε. Εγώ και οι άνδρες μου συνεχίζουμε τον αγώνα μας». 

Πολύ γλαφυρή είναι η διήγηση του Ταγματάρχη Γεωργίου Πραχαλιά, ο οποίος αποκαλεί τον Κατούντα ‘ιππότη’, αφού ιστορίες σαν του όμορφου κι ευγενή λοχαγού Κατούντα συναντάμε μόνο στα ιπποτικά μυθιστορήματα. Με αδαμάντινο χαρακτήρα και ρομαντική ψυχοσύνθεση, ο Κατούντας -κατά τον Πραχαλιά- προοριζόταν νομοτελειακά να γίνει Αξιωματικός, δίνοντας με την προσωπικότητά του τη διάσταση που αρμόζει στην έννοια του Έλληνα αξιωματικού.

Όπως πολύ λογοτεχνικά γράφει ο κ. Πραχαλιάς, «και μόνο στη θωριά του λοχαγού τους, οι άνδρες του Λόχου του μετατρέπονταν σε Μυρμιδόνες του Αχιλλέα, σε Λακεδαιμονίους του Λεωνίδα, σε Μακεδόνες του Αλεξάνδρου, σε Μοραΐτες του Νικηταρά». Κι αυτό γιατί ήξεραν ότι είχαν έναν λεοντόκαρδο αρχηγό, ο οποίος μπήκε μπροστά κι ας ψυχανεμιζόταν την τραγική αλήθεια, μαχόμενος λυσσαλέα και φωνάζοντας στους καταδρομείς του, «Θάρρος, παιδιά», σε μια πολεμική δράση στην κυριολεξία κινηματογραφική.

Ο Ταγματάρχης Πραχαλιάς κλείνει με την παρομοίωση: όπως η γοργόνα, η αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, γυρνά τις θάλασσες και ρωτά: «Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;», έτσι κι οι σύζυγος και οι κόρες του λοχαγού Κατούντα ρωτούν σπαρακτικά: «Ζει ο Λοχαγός Κατούντας;» Κι απαντά ο ίδιος: «Ζει στον Άγιο Ιλαρίωνα και στην Κερύνεια, γιατί οι όμορφοι κι ευγενικοί ιππότες δεν πεθαίνουν ποτέ…»

Ο κ. Φαήλος Κρανιδιώτης, έφεδρος αξιωματικός και δικηγόρος, δηλώνει ότι προσωπικότητες σαν αυτή του Κατούντα, αυτού του υποδειγματικού ηγέτη που έβαψε τη στολή του με αίμα την ώρα που άλλοι την ατίμαζαν, τον οδήγησαν να περάσει την πύλη του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Ειδικών Δυνάμεων και να γίνει Έφεδρος Αξιωματικός στους Αλεξιπτωτιστές: «Με τον Κατούντα Λοχαγό/τραβάμε όλοι πάντα μπρος». 

Ο Διεθνολόγος, Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, κ. Άγγελος Συρίγος, συγκρίνει τον ζεύγος Νίκο και Σταυρούλα Κατούντα με το μυθικό ζεύγος Έκτορας και Ανδρομάχη, τότε που ο ομηρικός ήρωας αποχαιρετούσε τη σύζυγό του, «δάκρυ χέουσα», στις Σκαιές Πύλες της Τροίας και κρατούσε στην αγκαλιά για τελευταία φορά  το μωρό τους, τον Αστυάνακτα. Ο Έκτορας, όπως και ο Κατούντας, προτίμησαν την προσήλωσή τους στο χρέος προς την πατρίδα τους παρά μια ζωή με οικογενειακή γαλήνη, αλλά ανανδρία. Κι όπως πολύ σωστά συμπληρώνει ο κ. Συρίγος, είναι εύκολο να χαράζεις τη ζωή σου όπως θέλεις, όταν δεν έχεις οικογένεια. Έχει, όμως, άλλη σημασία κι άλλο βάρος να παίρνεις αποφάσεις κρίσιμες ζωής ή θανάτου, όταν ξέρεις ότι σε περιμένει το παιδί σου μαζί με την αγαπημένη σου σύζυγο που εγκυμονεί σε ένα δεύτερο παιδί.

Δεν είναι εύκολο να είσαι Έκτορας, δεν είναι εύκολο να είσαι Ανδρομάχη. Ο κ. Συρίγος καταλήγει ότι ήρθε η ώρα ο Κατούντας να πάρει τη θέση που του αξίζει στην ελληνική ιστορία. Το ίδιο τονίζει και ο κ. Φράγκος Φραγκούλης, Επίτιμος Αρχηγός ΓΕΣ: «Η Ελλάς  έστω και με καθυστέρηση τον προήγαγε [τον Κατούντα] σε Αντιστράτηγο, μικρή-πικρή ικανοποίηση της συζύγου του Ρούλας και των θυγατέρων του». 

Θα κλείσω με τους στίχους του μεγάλου μας ποιητή, του Αλεξανδρινού, του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη. Ας αφήσουμε τον Αλεξανδρινό με τη λιτή, συμπυκνωμένη και δραματική έκφρασή του να βάλει την μεγαλοπρεπή κατακλείδα στη σύντομη παρουσίαση αυτού του ανυπέρβλητου ήρωα, μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου συναρπαστικού και πολύ συγκινητικού συνάμα: 
Ανδρείοι σεις που πολεμήσατε και πέσατ’ ευκλεώς·
τους πανταχού νικήσαντας μη φοβηθέντες.
Άμωμοι σεις, αν έπταισαν ο Δίαιος και ο Κριτόλαος.
Όταν θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν,
«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε
για σας. Έτσι θαυμάσιος θάναι ο έπαινός σας. –

K. Π. Καβάφη, «Υπέρ της Αχαϊκής Συμπολιτείας Πολεμήσαντες» (1922)