Ρήσεις και επιχειρήματα περί αναπτυξιακής πορείας

Οι δηλώσεις από κυβερνητικά στελέχη ότι η Ελλάδα αλλάζει, συνεχίζονται ακατάπαυστα και τα επιχειρήματα για αυτή την απότομη στροφή μετά την χρόνια αντιπολιτευτική τακτική στην λογική της παράτασης ακόμη πιο σκληρών μνημονίων από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υποχωρούν αλματωδώς, μιας και τώρα πρέπει να επιδειχθεί έργο ακόμη και αυτούς τους πρώτους μήνες διακυβέρνησης της χώρας από την ΝΔ. 

Στόχος είναι και παραμένει να πειστούν οι πολίτες πως κάτι άλλαξε θεαματικά, πως η τάξη και η ασφάλεια επικρατούν και πως η εποχή όπου η χώρα θα μπει σε αναπτυξιακή τροχιά έφτασε. Και να σκφθεί κανείς ότι δεν έχουν περάσει παρά λίγοι μήνες από τότε που η δεξιά παράταξη βρίσκεται στην εξουσία. Πως να μην απορεί όμως ο μέσος πολίτης που μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα σπεύδουν να πανηγυρίσουν οι κυβερνώντες, πώς να μην διερωτάται με ποιο σκεπτικό προβαίνουν σε τέτοιες δηλώσεις όταν ακόμη δεν έχει κοπάσει ο απόηχος από την εύκολη εκλογική επικράτηση της ΝΔ;

Για τα κόμματα όμως αυτό που έχει σημασία και προέχει, είναι να αποσπούν τις εντυπώσεις με κάθε τρόπο, να αλιεύουν ψηφοφόρους και να κάνουν τον απολογισμό μετά από τεχνητές ή δοτές δημοσκοπήσεις που κατευθύνουν την σκέψη των πολιτών. Δεν φείδονται λοιπόν παρόμοιων δηλώσεων – τουναντίον σπεύδουν μέσω των φιλοκυβερνητικών ΜΜΕ να δοξάσουν τα έργα και ημέρες τους, με στόχο την λήθη των τελευταίων δέκα χρόνων κρίσης. Δεν το κάνει βέβαια αυτό μόνο η τωρινή κυβέρνηση, καθώς το κόλπο είναι παλιό.

Βοήθεια σε αυτό προσφέρουν απλόχερα οι εκάστοτε οικονομικοί προυπολογισμοί που παρουσιάζουν αριθμούς κατά το δοκούν, λες και από μήνα σε μήνα προέκυψε εξάφνης ανάταξη της οικονομίας από τον κάθε υπουργό ή τα νοικοκυριά όλως περιέργως άρχισαν να βάζουν στην άκρη χρήματα λόγω των υποτιθέμενων μειώσεων των φόρων. Τα ίδια ακούει κανείς όλα αυτά τα χρόνια και δεν προκαλεί εντύπωση που η επιχειρηματολογία δεν ποικίλει. Το αντίθετο συμβαίνει: από την στιγμή που αυτή η επιχειρηματολογία πιάνει, τα κυβερνώντα κόμματα την χρησιμοποιούν ολοένα και πιο συχνά. Αποτέλεσμα, η χώρα να μην αλλάζει στο παραμικρό και το εκλογικό σώμα να βρίσκεται εγκλωβισμένο εν μέσω γνώριμων πολιτικάντικων επιχειρημάτων.

Η ευθύνη βέβαια ανήκει πρωτίστως στους πολίτες που ακόμη και αν δεν χάσκουν απέναντι σε αυτά τα επιχειρήματα, δεν κάνουν τίποτε περισσότερο για να αλλάξουν την κατάσταση. Με την όλη αυτή διαδικασία συντηρείται η νοσηρότητα της οικονομίας, διανθισμένη από δικανικούς λόγους περί υποτιθέμενης τακτοποίησης των οικονομικών και πάνω απ΄όλα μιας λάβρας διασπάθησης δημόσιας περιουσίας όπως αυτό συνάδει με την λογική της δεξιάς παράταξης. 

Συνένοχη σε αυτό ασφαλώς ήταν και η προηγούμενη κυβέρνηση αλλά και όλες οι υπόλοιπες κυβερνήσεις των μνημονίων από το 2010 και μετά. Ουσιαστικά λοιπόν το σόου της υποτιθέμενης ανάπτυξης λαμβάνει χώρα εδώ και τουλάχιστον 10 χρόνια, αφού τα κυβερνώντα κόμματα άφησαν μόλις μερικούς μήνες από το ξεκίνημα των μνημονίων για να αναλάβουν δράση διαφώτισης του κοινού περί της διενεργούμενης προόδου μετά τις υπογραφές – ταφόπλακα. 

Οι δηλώσεις για την αναπτυξιακή διαδικασία αυτό που κάνουν, είναι να δίνουν ελπίδες στο λαό πως τα βάσανά του θα λάβουν τέλος και όλως περιέργως οι τσέπες του θα ξαναγεμίσουν. Σε ποια άραγε εποχή επιθυμούν να τοποθετήσουν τον κοινωνικό ιστό; Ποιες ελπίδες σπεύδουν να μεταλαμπαδεύσουν μεσούσης της κρίσης σε πολίτες που στην κυριολεξία έχουν ζαλιστεί από τις προσφορές και τους διακανονισμούς αλλά που ποτέ δεν μπόρεσαν να γευτούν αυτή την ζωή παρά πληρώνουν συνεχώς και νέα χαράτσια; 

Το παιχνίδι είναι στημένο και βαθιά κερδοσκοπικό. Οι κάθε είδους φορο-ελαφρύνσεις παρέχονται ως στάχτη στα μάτια του κόσμου, για να μπορεί η κάθε κυβέρνηση να καμώνεται πως κάτι σημαντικό έκανε και συνεχίζει να κάνει, πως σε τελική ανάλυση δεν ευθύνεται αυτή για το κατάντημα της χώρας. 

Σε ανάπτυξη λοιπόν, σύμφωνα με τις τελευταίες δηλώσεις των κυβερνητικών παραγόντων, η Ελλάδα. Σε απόλυτα νέα εποχή, όπως λένε, με αισιόδοξες προοπτικές και ελπιδοφόρα σχέδια. Ας όψεται η αδιαφορία των πολιτών σε τούτη την νέα προκλητικότητα που εκτυλίσσεται με γοργούς ρυθμούς. Αυτό το «τι με νοιάζει εμένα τι λένε οι πολιτικοί… » που τόσο διαφημίζεται τα τελευταία χρόνια και που λυτρώνει στην κυριολεξία τις μνημονιακές κυβερνήσεις.