Λεξιστορείν: O σαρκασμός!

Η λέξη σαρκασμός χρησιμοποιείται για να δηλώσει  την ειρωνική έκφραση,  τον επικριτικό  τόνο που χρησιμοποιούμε απέναντι σε κάποιον.

Η λέξη προέρχεται από το ρήμα σαρκάζω με τη σημασία «πληγώνω και σκίζω τη σάρκα κάποιου» για να εξελιχθεί μεταφορικά η σημασία της σε «πληγώνω κάποιον με τις ειρωνείες μου».