Μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης (24.7.1923). Η κατοχική ιταλική διοίκηση άρχισε την εγκατάσταση Ιταλών εποίκων στα Δωδεκάνησα

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Τον Μάιο του 1912, με ύπουλο προσχεδιασμένο τρόπο οι Ιταλοί κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα ισχυριζόμενοι ότι η κατοχή τους δεν είχε μόνιμο χαρακτήρα, εκμεταλλευόμενοι ότι από πολλού, την εποχή εκείνη, που η τούρκικη Αυτοκρατορία βρισκόταν στα πρόθυρα της διάλυσης.

Φυσικά, η δικαιολογία που προέβαλε η Ιταλία απέβλεπε να κατευνάσει και τους Δωδεκανησίους, που επεδίωκαν να ενωθούν με τη Μητέρα-Πατρίδα, την Ελλάδα. Δοθέντος ότι τηνεποχή τα νησιά μας, τα δώδεκα διαμάντια του Αιγαίου, βρίσκονταν σκλαβωμένα, ήδη, επί 605 χρόνια.

Έγγραφο του Έλληνα Προξένου Ρόδου Αθανάση Χαλκιόπουλου, αρ. 277/27.7.1924, προς το υπουργείο των Εξωτερικών, αναφέρει, μεταξύ των άλλων: «...Εξ Ιταλίας, αφής ήρξατο κατασκευή ενταύθα δημόσιων έργων, παρατηρείται αθρόα άφιξις οικογενειών εργατικών, αποκλεισμένων καθ’ ολοκληρίας ημετέρων, πράγμα το οποίον δυσχεραίνει την θέσιν του εργατικού κόσμου και εξαναγκάζει αυτόν να αποδημεί, κυρίως εις την Ελλάδα.

«Αι μέχρι στιγμής αφιχθείσαι οικογένειαι αναβιβάζονται εις 500, αναμένονται, δε, περί τις 60 με το προσεχές ατμόπλοιον της γραμμής. Ως φαίνεται, το πρόγραμμα της ενταύθα Διοικήσεως είναι ο εκπατρισμός του ελληνικου στοιχείου και η αντικατάστασις αυτού δι’ ιταλικού. Ανοίγονται διάφορα ιταλικά εμπορικά καταστήματα και αναμένεται η ίδρυση υποκαταστήματος μεγάλης εμπορικής και βιομηχανικής εταιρείας..»

Εξάλλου, όπως είναι γνωστό τα τελευταία, προ του 1940 δεκαπέντε χρόνια, οι Ιταλοί άρχισαν να εκτελούν διάφορα έργα, καθώς και οχυρωματικά για πολεμικούς σκοπούς. Έτσι, αξιόλογες δωδεκανησιακές ιδιωτικές περιουσίες  καταγράφησαν στο ιταλικό δημόσιο. Είναι ηξ εποχή, που έγιναν τα αεροδρόμια: «Γαδουρά» (το αεροδρόμιο Καλάθου), Κατταβιάς και Μαριτσών και πολλά ροδίτικα χωριά στερήθηκαν μεγάλων εκτάσεων γης.

Τα δύο κύρια ελαιοπαραγωγικά χωριά της Ρόδου, Μαλώνα και Μάσσαρι, έχασαν τον κύριο βιοπορισμό τους και πολλοί απότους κατοίκους άρχισαν να μεταναστεύουν -άλλο που δεν ήθελαν οι Ιταλοί- η δε Κάλαθος, για χάρη των αποθηκών βενζίνης και άλλων πολεμοφοδίων του κατακτητή που και αυτά, ευτυχώς, σώζονται μέχρι σήμερα (γιατί όλα τα άλλα μαζοχιστικά και αναιτιολόγητα καταστράφηκαν). Στερήθηκε (η Κάλαθος), όχι μόνο των εύφορων κτημάτων, αλλά ακόμη και του άφθονου νερού της, ώστε να μην μπορεί να ποτίζει, έστω και τη λίγη γη, που τής άφησαν.

Εν τω μεταξύ, η ιταλική κατοχική διοίκηση άρχισε την απαλλοτρίωση των πιο εύφορων εκτάσεων της Ρόδου και Κω και έφερε γεωργούς και γεωπόνους από την Μητροπολιτική Ιταλία.

Ακολούθως, ίδρυσαν τη δεύτερη επιχείρηση στην εύφορη και κατάφυτη κοιλάδα του Καλαμώνα, υπό την ονομασία “Peveragnio”. Η ονομασία αυτή δόθηκε σε ανάμνηση του ιταλικού χωριού καταγωγής του Μάριο Λάγκο, διοικητή τότε της Δωδεκανήσου. Η εγκατάσταση έγινε το 1929, σε εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν σε εξευτελιστικές τιμές, οι οποίες ανήκαν σε γεωργούς των γειτονικών χωριών: Δαματριάς, Σορωνής, Θολού και Βιλλανόβας (Παραδείσι).

Το χωριό που δημιουργήθηκε,καθώς και η αγροτική έκταση ήταν ιδιοκτησία του ιταλικού κράτους, οι δε έποικοι-Ιταλοί που την καλλιεργούσαν ήταν δημόσιοι υπάλληλοι. Σύμφωνα με την ιταλική στατιστική, η σπορά δημητριακών καταλάμβανε 100 εκτάρια, ήτοι 1.000 στρέμματα. Το σύνολο των μεροκάματων που το 1929 ήταν 2.566, σε μια δεκαετία, το 1939, ανήλθαν σε 21.582 και η παραγωγή σε φρούτα από 180 κιλά το 1931, σε 44.700 το 1939. (Ιδού παράδειγμα προς μίμηση και εμάς τους Δωδεκανησίους σήμερα).

Ο οικισμός αυτός αριθμούσε το 1938 444 Ιταλούς εποίκους, και για τηνεξυπηρέτηση των Ιταλών εποίκων ανηγέρθησαν ανάλογα οικήματα, σχολεία, εκκλησία κ.λπ.

Επίσης, στην κοιλάδα “Λουτάνη” που βρίσκεται μεταξύ των χωριών Αφάντου και Αρχαγγέλου, πραγματοποιήθηκαν αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και δημιουργήθηκε ένας πολύ καλός-πρότυπος οικισμός, του οποίου ονόμασαν Savona  ή San Benedetto, τον σημερινό “Κολύμπια”.

Εκτός, όμως, από τη Ρόδο και στην Κω δημιούργησαν οι Ιταλοί δύο πρότυπα αγροκτήματα, το ένα στο Λινοπότη και το άλλο στην περιοχή Λάμπη, βέβαια σε ιδιοκτησίες Κώων. Είναι, δε, γνωστή η αγροτική απόδοση των Κώων: «ον ού θρέψει Κως εκείνον ουδ’ Αίγυπτος», έλεγαν στην αρχαιότητα, σχετικά με την ευφορία της Κω.

Πέραν, όμως, της εγκατάστασης Ιταλών γεωργών στη Ρόδο και Κω και η Λέρος, λόγω της στρατηγικής σημασίας του νησιού μεταβλήθηκε σε ισχυρή αεροναυτική βάση.

Έτσι στις αρχές του 1939, όπως έγραψε σε Μελέτη του, ο Συμαίος την καταγωγή, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Μιχαήλ Δ. Βολονάκης. Σε σύσκεψη δε που πραγματοποιήθηκε στην ιταλική πρωτεύουσα, στη Ρώμη, υπό την προεδρία του δικτάτορα Ιταλού πρωθυπουργού Benito Mussolini, στην οποία συμμετείχαν ο στρατάρχης Μπάρμπο και ο Διοικητής της δημόσιας Ασφάλειας Μποκίνι, καταστρώθηκε λεπτομερές σχέδιο πλήρους  εξιταλισμού της Δωδεκανήσου εντός πενταετίας.

Προς τούτο, προβλεπόταν η εγκατάσταση στο δωδεκανησιακό σύμπλεγμα 100.000 Ιταλών φανατικών από όλα τα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα της Ιταλίας. Το σχέδιο αυτό επεξεργάστηκε σε κάθε λεπτομέρειά του ο Μπάρμπο και διανεμήθηκε στις ειδικές Υπηρεσίες προς άμεση τμηματική εφαρμογή. Μεσολάβησε, όμως, ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, τον Σεπτέμβριο του 1939, το σχέδιο δεν προχώρησε και, ως εκ τούτου, δεν κατέστη δυνατόν να εφαρμοστεί.

Ωστόσο, εκτός του παραπάνω σχεδίου που δεν προχώρησε, στα πλαίσια της υποβάθμισης των Ροδίων και Κώων γεωργών έγιναν και δύο ενυπόγραφες τοποθετήσεις στον ιταλικό τύπο της Ρώμης, που έκαμαν, χωριστά ο καθένας, δύο υπεύθυνα ιταλικά κυβερνητικά όργανα: Ο Διοικητής Δωδεκανήσου Μάριο Λάγκο και ο Ιταλός υφυπουργός Γεωργίας Μαρεσκάλι.  Στα εν λόγω άρθρα τόνιζαν, εκτός των άλλων, ότι υπήρχαν δώδεκα περιφέρειες στη Δωδεκάνησο, οι οποίες ήσαν κατάλληλες για την εγκατάσταση Ιταλών γεωργών.

• • •

Από τους διατελέσαντες Γενικούς Διοικητές Δωδεκανήσου, κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής και παρέμειναν για αρκετό χρονικό διάστημα, ήταν ο Μάριο Λάγκο. Τον διαδέχθηκε ο περιβόητος αλλοπρόσαλλος φασίστας Ντε Βέκκι, που ήταν ένας εκ της τετραρχίας, οι οποίοι με επικεφαλής τον Μπενίτο Μουσσολίνι, τον Απρίλιο του 1922 επέβαλαν το ολοκληρωτικό καθεστώς του φασισμού στη διακυβέρνηση στην Ιταλία που διήρκεσε 21 χρόνια (Απρίλιος 1922 έως Σεπτέμβριος 1943).

Καθώς αποδείχθηκε, ο Μάριο Λάγκο πίστευε πως με ηπιότερο τρόπο η Ιταλία θα επιτύγχανε να εξιταλίσει μεγάλο μέρος του Δωδεκανησιακού λαού, κι’ έτσι, τουλάχιστον τα πρώτα 10 χρόνια διοίκησής του δεν έδειχνε σύντομες απολυταρχικές διαθέσεις. Και όταν, τον Νοέμβριο του 1936 αντικαταστάθηκε και τη θέση κατέλαβε ο Ντε Βέκκι, εξομολογήθηκε στο Μητροπολίτη Ρόδου Απόστολο Τρύφωνος, όταν ο τελευταίος τον επισκέφθηκε για να τον αποχαιρετήσει, όταν θα αναχωρούσε, μετά την αντικατάστασή του. Ιδού  τι γράφει στον πρώτο τόμο των Απομνημονευμάτων του (τόμος Α’, σελ. 191), ο αείμνηστος Μητροπολίτης.

Μάριο Λάγκο: «Ας έλθουν αυτοί (σ.σ. θα εννοούσε τους φανατικούς φασίστες), οι οποίοι νομίζουν ότι εις Λαός ομιλήσας επί 3.000 έτη την Ελληνικήν γλώσσαν είναι δυνατόν από μίαν ημέραν εις άλλην να αλλάξη και γλώσσαν και έθιμα και πεποιθήσεις». Και αναφέρει ο αείμνηστος Μητροπολίτης: «Εις τας ολίγας αυτάς λέξεις, φαίνεται και το Πρόγραμμα του Φασισμού και συνάμα ολόκληρος ο χαρακτήρ και η πολιτική του Μάριο Λάγκο. Τινές ηθέλησαν να κρίνωσιν τον Λάγκο από την διαγωγήν της ιταλικής Αστυνομίας. Επισφαλές. Η διαγωγή της Αστυνομίας αντανακλά μεν και την γενικήν πολιτικήν του Κράτους,αλλά κυρίως αντανακλά την ψυχοσύνθεσιν του Διοικούντος το Σώμα...».

• • •

Στις 22 Νοεμβρίου 1936 παύθηκε ο Μάριο Λάγκο και διορίστηκε πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής των Δωδεκανήσων ο τότε Υπουργός Παιδείας και από τους Τετράρχες του Φασισμού Κόμης Ντε Βέκκι (Conte de Vecchi di Val Cismon). Και στις 2 Δεκεμβρίου που αποβιβάστηκε στη Ρόδο πανηγυρίστηκε απόλη τη Δωδεκάνησο τόσο εντός των μόνιμων κατοίκων του δωδεκανησιακού συμπλέγματος, όσο και της υπόλοιπης χώρας, ως ημέρα απελευθέρωσης από της τυραννίας του Μάριο Λάγκο, όχι ωστόσο δικαιολογημένα. Συνάμα, δε, η άφιξη του Ντε Βέκκι, θεωρήθηκε και ως ευχάριστο γεγονός, με τα υπόλοιπα χρόνια της ιταλικής κατοχής. Δυσάρεστη, δυστυχώς, πρόβλεψη.

Εν τω μεταξύ, και σε Προκήρυξή του ο νέος Δοικητής με την αποβίβασή του με διακήρυξη τόνιζε, μεταξύ των άλλων: «...Όλοι οι καλής θελήσεως άνθρωποι, όλαι αι θρησκείαι, όλα τα συμφέροντα, θα βρουν βίον αρμονικόν και δαψιλή ευημερίαν, στα πλαίσια της αμερόληπτης δικαιοσύνης του φασιστικού καθεστώτος...».

Ο ενθουσιασμός, όμως, αυτός δεν άργησε να διαλυθεί σύντομα, όταν άρχισε να εφαρμόζεται η σκληρή φασιστική πολιτική. Απεναντίας, μάλιστα, σε δηλώσεις του δικτάτορα Ντε Βέκκι, καθώς και συνεντεύξεις του στις ιταλικές εφημερίδε.ς Ενώ σε μέσα διεθνούς τύπου διατυμπάνιζε ότι στη Δωδεκάνησο οι Μουσουλμάνοι που διαμένουν είναι τούρκικη φυλή, για τους Εβραίους η Θρησκεία μιλά για τη φυλή τους, για τους Καθολικύς ότι είναι ιταλικής φυλής και για τους Ορθόδοξους δεν έλεγε ότι είναι Έλληνες, αλλά «Ντόπια φυλή» (Razza Idigena).

Εκεί, όμως, που οι Δωδεκανήσιοι νοιώσαμε περισσότερο το πλήγμα της αλλοπρόσαλλης φασιστικής πολιτικής του Ντε Βέκκι ήταν ότι το 1937 έκλεισε όλα ανεξαίρετα τα Ελληνικά Σχολεία Μέσης και Στοιχειώδους Εκπαίδευσης.
Ο νέος φασίστας Διοικητής Ντε Βέκκι κατεχόταν από την επίμονη τακτική ότι για να επιτευχθεί ο αφελληνισμός της Δωδεκανήσου, ήταν απαραίτητο και σύντομα μάλιστα,να πληγούν στις ρίζες τουςη Ελληνική Παιδείας και η Ορθόδοξη Εκκλησία. Έτσι, πέραν του απόλυτου κλεισίματος των Ελληνικών Σχολείων Δωδεκανήσου, απαγόρευσαν αυστηρά την εγκατάσταση νέων Ιερέων λειτουργίας των Ορθόδοξων Εκκλησιών. Ενώ, ταυτόχρονα, επεδίωκαν την απόσπαση της Εκκλησίας Δωδεκανήσου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, στο οποίο ανήκουν τα Δωδεκάνησα από τους πρώτους Χριστιανικούς χρόνους.

• • •

Μία άλλη ιταλική τακτική για τη διάδοση της ιταλικής γλώσσας, καθιερώθηκε με την εγκατάσταση ιταλών εποίκων στα Δωδεκάνησα. Πράγματι, αρχικά τέτοιοι εποικισμοί έγιναν στη Ρόδο και Κω, με πρόγραμμα τέτοιοι εποικισμοί να επεκταθούν και στα υπόλοιπα νησιά του δωδεκανησιακού συμπλέγματος και είχαν διπλό σκοπό: Οικονομική υποστήριξη των εποίκων και συγχρωτισμός τους με τους νησιώτες και μετάδοση του ιταλικού τρόπου ζωής και ιδιαίτερα της ιταλικής γλώσσας, η οποία, ως γνωστό, δεν είναι και δύσκολο πράγματα. Ωστόσο, στην πράξη συνέβη το αντίθετο: Αντί να μάθουν οι Δωδεκανήσιοι ιταλικά από τους γείτονές του εποίκους, οι τελευταίοι (οι ιταλοί εποικοι) έμαθαν ΕΛΛΗΝΙΚΑ!!, ως προαναφέρεται

Πέραν τούτων, οι ιταλοί κατέστρεψαν, σε μεγάλο βαθμό ό,τι βρισκόταν υπό τη δραστηριότητα του ντόπιου πληθυσμού: το εμπόριο, τη ναυτιλία, την κτηνοτροφία, τη γεωργία και γενικά, καθώς αναφέρει σε έκθεσή του το 1934, ο Πρόξενος Ρόδου Δημήτριος Παππάς, από «γενεάν πεντακοσιομεδίμνων (x) έκαμαν γενεάν θητών».
Τη δεκαετία του 1930, κάθε Δωδεκανήσιος επιβαρυνόταν με έμμεση φορολογία, υπό της ιταλικής διοίκησης, με το ποσό της τάξης των 5,45 δραχμών, έναντι 1,54 του κατοίκου της Ελλάδας, ήτοι 3,5 φορές μεγαλύτερη. Αυτό δείχνει ότι η Ιταλία αφαιρούσε κάθε χρόνο από την Οικονομία της δωδεκανήσου 80-85, περίπου, εκατομμύρια λιρέτες της εποχής εκείνης, χωρίς κανένα απολύτως κοινωνικό αντίκρισμα για τις τόσες θυσίες των κατοίκων.

Επιπλέον, ενώ το ημερομίσθιο του ρόδιου εργάτη κυμαινόταν περί της 4,50-5,50 λιρέτες, στην Ιταλία ανερχόταν σε 13,14. Τέλος, εάν εξαιρέσει κανείς την οδοποιΐα, η οποία τους εξυπηρετούσε, κατά κανόνα, στρατιωτικά, ως και ορισμένα κτήρια προς ικανοποίηση των ιταλικών εθνικιστικών στρατιωτικών ή προπαγανδιστικών σχεδίων, κανένα κοινωφελές παραγωγικού χαρακτήρα έργο δεν έκαναν. Και όπως αναφέρει και ο Ρόδιος Ακαδημαϊκός Αγαπητός Γ. Τσοπανάκης: «...τη ζημιά αυτή πρέπει να την γράζουμε στο ενεργητικό του δωδεκανησιακού λαού. Γιατί, εκτός από τα ακίνητα και οι γεωργοί και οι ψαράδες και όλες οι παραγωγικές τάξεις πούλησαν σε εξευτελιστικές τιμές τα προϊόντα τους και τον κόπο των χεριών τους».

x. Πεντακοσιομέδιμνος: (στο τιμοκρατικό σύστημα της Αρχαίας Αθήνας, κάθε πολίτης, μέλος της πρώτης κοινωνικής τάξης στην οποία ανήκαν όσοι είχαν εισόδημα άνω των πεντακοσίων μεδίμνων.

• Μέδιμνος: (στην αρχαιότητα) μέτρο χωρητικότητας ξερών γεωργικών προϊόντων, κυρίως σιταριών, που υπολογίζεται γύρω στα ογδόντα (80) κιλά.