Ενεργειακές συμφωνίες  και στοχευμένες πολιτικές

Οι κυβερνήσεις των τελευταίων ετών έχουν δώσει δείγματα γραφής αναφορικά με το πώς εννοούν την ανάπτυξη και την ευημερία, δοκιμάζοντας  κάθε φορά στην πράξη  και νέα πλάνα που χάραξαν εκ των προτέρων σε περίπτωση ανάγκης,  όχι  όμως σε περίπτωση  οικονομικής καταστροφής.

Περνώντας το μήνυμα νωρίς – νωρίς ότι η ομαλή πορεία της χώρας θα έρθει σταδιακά και φιλοτεχνώντας ένα εμφανώς προκλητικά συντηρητικό μοντέλο διακυβέρνησης, σπεύδουν, είτε με τους Κινέζους είτε σήμερα με τους Ισραηλινούς, να δείξουν πως η Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε μια νέα εποχή και πως νέες «φιλίες» μπορούν να χαράξουν τη νέα πορεία.

Την ίδια στιγμή δεν γίνεται τίποτε το ιδιαίτερο για τους πολίτες, οι οποίοι το μόνο που κάνουν είναι να δέχονται αδιαμαρτύρητα το ένα προβληματικό νομοσχέδιο μετά το άλλο. Εισήλθαμε λοιπόν στο 2020 και από το 2010 η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση αναμονής καθώς ακόμη και μετά τη λήξη των μνημονίων ουσιαστικά - πέραν από αοριστολογίες ή προκλητικές δηλώσεις του τύπου «κρίση ήταν και πέρασε» - απολύτως τίποτε δεν δείχνει πως η Ελλάδα μπορεί να σταθεί στα δικά της πόδια.

Οι νέοι εξακολουθούν να εγκαταλείπουν τη χώρα με πιο αργούς ρυθμούς αλλά πάραυτα με σταθερή πορεία για να βρουν δουλειά στην Κεντρική κυρίως Ευρώπη, διαψεύδονται όμως και εκεί καθώς τα πράγματα δεν είναι και τόσο ρόδινα. Σαφώς βέβαια και οι διαφορές εξακολουθούν να είναι μεγάλες, όμως και εκεί κανείς δεν τους χαρίζεται – τουναντίον πέραν όλων των άλλων υφίστανται και διαφόρων τύπων διακρίσεις. Οι νέοι όμως δεν επιστρέφουν, σκεφτόμενοι πως προτιμότερο είναι να κερδίζουν κάτι παραπάνω δεχόμενοι προσβολές και διακρίσεις λόγω της χώρας προέλευσής τους, παρά να εξευτελίζονται για εργασία της τάξης των 200 – 300 ευρώ.

Το πιο δε προκλητικό απ’ όλα είναι πως οι κυβερνώντες ενώ μιλούν για ξεπέρασμα της κρίσης, όποτε τους συμφέρει την επικαλούνται για να δικαιολογήσουν την αυστηροποίηση των νομοθετημάτων ή την αναγκαστική τάχα οικονομική επιβάρυνση  των νοικοκυριών. Οι αναπτυξιακοί  δείκτες τότε πάνε περίπατο και τα στατιστικά στοιχεία απομείωσης του συνολικού χρέους ως δια μαγείας εξαφανίζονται.  

Η ΝΔ ως σημερινή κυβέρνηση ολίγων μηνών έχει καταφέρει να μετατρέψει τη χώρα σε προτεκτοράτο ξένων επενδυτών από χώρες όπως η Κίνα που όλοι γνωρίζουν πλέον πώς και με ποιο τρόπο συμμετέχει στο οικονομικό παιχνίδι, μια χώρα όπου η αντίθετη άποψη είναι περίπου απαγορευμένη και η τύχη των αντιφρονούντων  προδιαγεγραμμένη.

Την κυβέρνηση αυτής της χώρας νομιμοποιεί τώρα η ΝΔ – συνεχίζοντας την πολιτική ΣΥΡΙΖΑ – προσφέροντας γη και ύδωρ, κλείνοντας παράλληλα ενεργειακές συμφωνίες με χώρες όπως το Ισραήλ που είναι κάτι παραπάνω από γνωστό τι έχουν διαπράξει και συνεχίζουν να διαπράττουν οι κυβερνήσεις του.

Όλα αυτά μάλιστα  τα χρεώνουν ως «επιτυχία», διπλωματική ή οικονομική, παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω χώρες κάνουν το καθετί για να δείξουν πως η πολιτική τους είναι άμεσα συνυφασμένη με τη βία και τους παντός είδους εκβιασμούς.

Θα πει κανείς βέβαια «τι να κάνει η κυβέρνηση – έχει άλλες επιλογές;» και άλλες τέτοιες παρόμοιες ανοησίες, που το μόνο που κάνουν είναι να ευτελίζουν τις συζητήσεις.

Το ζήτημα είναι όμως ότι όλα αυτά λέγονται και εκφράζονται από ουκ ολίγους πολίτες, οι οποίοι πέφτουν θύματα των κάθε είδους λαϊκισμών – κοινώς ανοησιών.

Το ζήτημα δεν είναι άλλο από το αν εγκρίνονται ή όχι οι πολιτικές Ισραήλ ή Κίνας, αν με λίγα λόγια στο όνομα μιας αμφίβολης οικονομικής συνεργασίας οι ελληνικές κυβερνήσεις κλείνουν τα μάτια σε ευθείες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διαπράττονται από τις εν λόγω χώρες.  

Η ανάπτυξη και η ευημερία της Ελλάδας όμως πρέπει να περάσει από κάθε λογής Συμπληγάδες, λένε οι εκάστοτε κυβερνώντες,  βλακωδώς επί το επιεικέστερον.
Πρόκειται όμως για στοχευμένες ανοησίες που ενστερνίζονται οι πολίτες.

Γιατί η ανάπτυξη είναι το ζητούμενο για τις ελληνικές κυβερνήσεις, αδιάφορο αν οι συνεργαζόμενες με εμάς χώρες στην ενέργεια, τον τουρισμό και τις επενδύσεις κάνουν αυτά που κάνουν.
Χρήμα να έρχεται και ας καίγεται το σύμπαν.