Ο Σαμουέλ Μπω-Μποβύ στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα

Του
Παντελή Μπουκαλα
στην “Καθημερινή”

 

Διαβάζουμε, βουλιμικά ή μετρημένα, για να ταξιδέψουμε ή να ακινητοποιήσουμε τον χρόνο, να απολαύσουμε, να μάθουμε, να θυμώσουμε, να γαληνέψουμε, να παρηγορηθούμε, να ενοχληθούμε, να σιγουρευτούμε για κάτι ή για να σπάσουμε το σκληρό κέλυφος των υπνωτιστικών βεβαιοτήτων μας, να χαρούμε ή να κλάψουμε, να τραγουδήσουμε άηχα ή να σωπάσουμε σεβαστικά, ώστε ν’ ακούσουμε καθαρό τον συγγραφικό λόγο. Χίλιοι κι ένας λόγοι. Που δυστυχώς έχουν ισχύ για μια ολιγάριθμη μειονότητα μόνο, των «φανατικών για γράμματα».

Για πολλούς, και παρά το καλλιεργητικό πάθος των καλών δασκάλων και φιλολόγων, η θητεία στο υποχρεωτικό διάβασμα των θρανίων αφήνει μιαν ανάμνηση καταναγκασμού, ανεπιθύμητη όπως αυτή που αφήνει η θητεία στον στρατό. Τους μένει μονάχα τo παραθεριστικό έθιμο, όταν μαζί με τα αναγκαία των διακοπών, μαγιό, οδοντόβουρτσα κ.τ.λ., ρίχνουν στο βαλιτσάκι κι ένα μυθιστόρημα. Συνήθως του σούπερ μάρκετ.

Τηρώντας κι εγώ ένα κάποιο έθιμο, της αναδρομικής αναφοράς σε ορισμένα από τα βιβλία που με συγκίνησαν τον χρόνο που έληξε, θα καταγράψω εδώ λίγους τίτλους. Πρώτο, για τρεις λόγους, το «Ημερολόγιο Δωδεκανήσου (1930-1931)» του Σαμουέλ Μπω-Μποβύ: Αποτελεί καρπό της περιφερειακής Ελλάδας, αφού εκδόθηκε στη Ρόδο, μεταφρασμένο από τη Γεωργία Ζακοπούλου, με επιμέλεια του Δημήτρη Κόκκινου, προλογικά σημειώματα του Μπερτράν Μπουβιέ και του Μάρκου Δραγούμη και επίμετρο του Λάμπρου Λιάβα· δεν πωλείται αλλά διατίθεται δωρεάν στα γραφεία του χορηγού της έκδοσης, του Κοινωφελούς Ιδρύματος Υποτροφιών Ρόδου Εμμανουήλ και Μαίρης Σταματίου· τρίτον, μας θυμίζει πόσα οφείλει στους ξένους νεοελληνιστές η γνώση μας για τα δικά μας πράγματα και γράμματα: όσα χρωστάει και η αρχαιογνωσία μας στους αλλοδαπούς αρχαιοελληνιστές. Πάμπολλα.

Ο Ελβετός νεοελληνιστής Σαμουέλ Μπω-Μποβύ (1906-1986), μουσικός, φιλόλογος και πρωτοπόρος της συγκριτικής εθνομουσικολογίας, συγκαταλέγεται στους Ευρωπαίους που αγάπησαν την Ελλάδα όχι για τα ένδοξα ερείπιά της, αλλά για τους ζωντανούς κατοίκους της, με τα καλά και τα κακά τους.

Πρωτοεπισκέφθηκε τη χώρα μας το 1926-1927, για να ανεβεί στον Ολυμπο. Συνόδευε τον πατέρα του, τον Ντανιέλ Μπω-Μποβύ, ιστορικό τέχνης και συγγραφέα, και τον νονό του, τον σπουδαίο Γαλλοελβετό φωτογράφο Φρεντ Μπουασονά, που απαθανάτισε απαράμιλλα την Ελλάδα των δύο πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα.

Στο ταξίδι αυτό πρωτάκουσε παραδοσιακή ελληνική μουσική και μαγεύτηκε. Τα μάγια οργάνωσαν την επιστροφή του στην Ελλάδα το 1929, οπότε και γνώρισε τη Μέλπω Λογοθέτη-Μερλιέ και τον λαογράφο Δημήτριο Λουκόπουλο.

Χάρη σ’ αυτούς άκουσε μουσικούς και τραγουδιστές από πολλά μέρη, ανάμεσά τους και πέντε Καρπάθιους. «Αυτοί», σημειώνει στο ημερολόγιό του, «απ’ όλους τους Ελληνες έχουν περισσότερη διάθεση να ξεβολευτούν και να μπουν σε μπελάδες, γιατί ονειρεύονται την αποτίναξη του ιταλικού ζυγού από τον τόπο τους». Αποφάσισε έτσι να ξεβολευτεί και ο ίδιος. Και να ταξιδέψει στα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα, το 1930, για να καταγράψει την ιδιαίτερα πλούσια εκεί λαϊκή ποίηση και μουσική.

Το ερευνητικό του πείσμα τον οδήγησε «ώς τα πιο απαμακρυσμένα χωριά, άλλοτε καβάλα σε μουλάρι κι άλλοτε διασχίζοντας με τα πόδια κακοτράχαλα βουνά, για ν’ ακούσει μια υπερήλικη γριούλα να τραγουδάει ένα μοιρολόι ή ένα βοσκόπουλο να παίζει την τσαμπούνα του», όπως σημειώνει η  μεταφράστρια.

Στα τρία καλοκαίρια της έρευνάς του (1930, 1931, 1933), με την «Ιλιάδα» παρέα, γνώρισε «πρόσωπα των οποίων το έργο έμελλε να περισώσει και να μπολιάσει τον πολιτισμό του τόπου, όπως ο Α. Βρόντης, ο Α. Τσοπανάκης, ο Χ. Παπαχριστοδούλου, ο Γ. Κωνσταντάκης, ο Μ. Μιχαηλίδης-Νουάρος» (από τον πρόλογο του Δ. Κόκκινου).

Ο Βρόντης λ.χ. είχε μόλις εκδώσει δημοτικά της Ρόδου, ο δε Μιχαηλίδης-Νουάρος τα «Δημοτικά τραγούδια της Καρπάθου», για τα οποία έγραψε κριτικό σχόλιο ο Κ.Π. Καβάφης. Πρωτίστως όμως ο Μπω-Μποβύ σχετίστηκε με ανώνυμους κατοίκους της Ρόδου, της Καρπάθου, της Χάλκης, της Αστυπάλαιας, της Καλύμνου, της Πάτμου κ.ά. Ακουσε με σεβαστική προσοχή τα τραγούδια και τα μοιρολόγια τους.

Συγκινήθηκε «από την πιο καλόκαρδη φιλοξενία, την πιο ωραία προθυμία» όλων, που, όπως γράφει, «τον συντρέξανε μόνο και μόνο για να ευχαριστήσουν έναν ξένο, για να μη χαθούν τα τραγούδια που κληρονόμησαν από τους γονείς τους».

Και στοχάστηκε για τη μουσική, τον στίχο και το κοινωνικό ή τελετουργικό πλαίσιό τους. Οι σκέψεις του αποτυπώθηκαν στα δίτομα «Τραγούδια των Δωδεκανήσων», που είναι όντως έργο-σταθμός για την ελληνική δημοτική μουσική, κατά τον χαρακτηρισμό του Λάμπρου Λιάβα, και στη διδακτορική διατριβή «La chanson populaire grecque du Dodécanèse».

Το ημερολόγιο του Μπω-Μποβύ, λαγαρό και τερπνό στην απλότητά του, τρυφερό αλλά και αυστηρό (αν τύχει οι μαντινάδες που ακούει να είναι «μέτριου ενδιαφέροντος» το σημειώνει, δεν το παραβλέπει) ανασταίνει μια εποχή που κάποιες στιγμές φαντάζει αιώνες μακριά μας. Μια εποχή προτουριστική και προδιαδικτυακή, και με το Ι.Χ. τετράποδο, όχι τετράτροχο. Φυσικά, άσχετα με όσα υπαγορεύει η εξιδανικευτική νοσταλγία, οι άνθρωποι είχαν τις δυσκολίες τους και τότε, σοβαρότερες από τις δικές μας.

Το τραγούδι τούς παρηγορούσε σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα. Και τώρα παρηγορεί, αλλά πια έχει και αντιπάλους – ή συμμάχους. Αίφνης, το ραδιόφωνο κατ’ αρχάς, έπειτα η τηλεόραση, τώρα το Ιντερνετ, και το ανταγωνίζονται (ανταγωνίζονται δηλαδή την αμεσότητα και τον κοινοτικό του χαρακτήρα, δεδομένου ότι αυτά τα μεσολαβητικά εργαλεία υπηρετούν ένα μοντέλο ατομικής ακρόασης, όχι ομαδικής βίωσης και συλλογικής αναδημιουργίας των στίχων), αλλά και το υπηρετούν. Γνωρίζουν λ.χ. τα τραγούδια της Κάσου στον Ηπειρώτη ή της Θράκης στον Κρητικό.

Φυσικά και δεν έχουν κοπεί όλα τα νήματα. Αλλιώς δεν θ’ αντέχαμε. Απλώς πρέπει κάθε φορά που αναζητούμε ορισμό της ελληνικότητας να την εντάσσουμε στην εποχή της. Να τη συναρτούμε με την Ιστορία. Και να μην αποδίδουμε στη μεταφυσική, στη θεολογία ή στην αιματολογία όσες σταθερές διακρίνουμε.

Εδώ πάντως θα μείνω σ’ ένα χαριτωμένο νήμα που συνδέει την επίσκεψη στην παραδοσιακή μουσική των Δωδεκανήσων το 1930 και της Ηπείρου το 2010. Το ημερολόγιο του Μπω-Μποβύ είναι ποτισμένο κρασί, ρακί, μπίρα και μαστίχα. Από χωριό σε χωριό, ο δρόμος του είναι υγρός. Κάρπαθος, 6.12.1930: «Υστερα χορεύουμε, πίνοντας διαρκώς κρασί. [...]

Η παρέα έχει μεθύσει για τα καλά, αλλά δεν παύει να συνεχίζει τις επισκέψεις από σπίτι σε σπίτι. [...] Υστερα κι άλλες επισκέψεις, κι άλλα ξέχειλα ποτήρια με κρασί». Νοτισμένο δρόμο, κυρίως από τσίπουρο, ακολούθησε στα δικά μας χρόνια και ο Αμερικανός μουσικός παραγωγός Κρίστοφερ Κινγκ για να συναντηθεί με τα δημοτικά της Ηπείρου και να αφηγηθεί το ταξίδι του στο βιβλίο «Ηπειρώτικο μοιρολόι: Οδοιπορικό στην αρχαιότερη ζωντανή δημώδη μουσική της Ευρώπης» (εκδ. «Δώμα»). Το πνεύμα και το οινόπνευμα δεν συνδέονται μόνο στο λογοπαίγνιο.