Λεξιστορείν: Ο λωποδύτης!

Η λέξη λωποδύτης είναι σύνθετη με α’ συνθετικό τη λέξη λωπή= το ένδυμα και β’ συνθετικό το ρήμα δύω= βυθίζω, βουτώ.

Άρα αρχικά λωποδύτης ήταν αυτός που βυθίζει το χέρι του, που «βουτάει» στα ρούχα, παίρνοντας  κρυφά  αντικείμενα και χρήματα.

Στη συνέχεια απέκτησε τη γενικότερη σημασία που έχει η λέξη σήμερα, δηλαδή αυτόν που μας κοροϊδεύει και μας ξεγελά.