Το μονόσπιτο ως πατρίδα

Γράφει η Τασούλα Καραϊσκάκη στην “Καθημερινή”

Δεν εγκαταλείπει τη γη της η Ρηνιώ Κατσοτούρχη, η μοναδική κάτοικος της Κινάρου, ακόμη και στις πιο παρατεταμένες κακοκαιρίες, χωρίς ρεύμα, τηλέφωνο, προμήθειες.

Φρικιά στη σκέψη ότι η νησίδα των 4,5 τ.χλμ. μεταξύ Λέρου και Αμοργού θα μπορούσε να μεταβληθεί σε ακατοίκητο βράχο χωρίς καμία δραστηριότητα· ναι μεν με αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά χωρίς δικαίωμα στην υφαλοκρηπίδα και στην αποκλειστική οικονομική ζώνη, σε terra nullius, γη με αδιευκρίνιστο καθεστώς, γκρίζo... Αυτός είναι ο εφιάλτης της – τον επαναφέρουν αρκετές φορές την ημέρα τα τουρκικά αεροσκάφη που σχίζουν επιθετικά τον ουρανό πάνω της: τι θα απογίνει ο τόπος της όταν εκείνη φύγει από τη ζωή.

Ετσι ερήμωσε η Πλάτη, μεταξύ Καλύμνου και Ψερίμου, όταν αρρώστησε και πέθανε τον Σεπτέμβριο, στα 70 του, ο επονομαζόμενος «Πλατάρχης», ο Μιχάλης Λαμπρόπουλος, που είχε εγκατασταθεί εκεί προ 20ετίας για να στεριώσει σπιτικό στο νησί.

Τα γειτονικά Λέβιθα –6 μίλια ανατολικά της Κινάρου– κρατούν γερά. Από το 1820 η οικογένεια Καμπόσου δεν έχει εγκαταλείψει ποτέ τη νησίδα των 9 τ.χλμ. Τέσσερα άτομα τον χειμώνα (ο 78χρονος Δημήτρης Καμπόσος, η γυναίκα του Ειρήνη, οι γιοι τους Μανώλης και Αναστάσης), δέκα με δώδεκα το καλοκαίρι, όταν καταφθάνουν από την Πάτμο οι σύζυγοι και τα παιδιά των δύο γιων και οι οικογένειες των άλλων δύο παιδιών τους. Ασχολούνται με την κτηνοτροφία –ποιμαίνουν 650 αιγοπρόβατα και παράγουν τυρί και μυζήθρα–, τη γεωργία, την αλιεία, το καλοκαίρι υποδέχονται στο ταβερνάκι τους επιβάτες ιστιοφόρων.

Η πολυπόθητη οικονομική ζωή, ώστε να οριοθετηθεί γύρω από βραχονησίδες υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, αποκτάται και μόνο με την ποιμνιοβοσκή, όπως παλιότερα στα Ιμια και στην Καλόλιμνο – στην τελευταία διαβιούν πλέον μόνο οι στρατιώτες που επανδρώνουν το τοπικό φυλάκιο. Η παρουσία κοπαδιών στα Ιμια υποδήλωνε οικονομική δραστηριότητα, το πηγαινέλα του αιγοβοσκού προσυπέγραφε την ελληνικότητά τους.

Βραχονησίδες, λέξη για εμάς με βαρύ φορτίο. Ξυπνούν όχι εικόνες ερημικών παραδείσων, αλλά φόβους – διαρκής η τυραννία των τουρκικών βλέψεων. Ομως, η Ρηνιώ στην Κίναρο, ο Δημήτρης στα Λέβιθα, ο Μιχάλης Κάβουρας στο Μαράθι, η δασκάλα Μαρία-Φαίδρα Τσιαλέρα του μοναδικού μαθητή στους Αρκιούς των 44 κατοίκων, η Ειρήνη Ντούσκου στη Δοκό, μια χούφτα άνθρωποι σπαρμένοι στον Αγιο Μηνά, στη Σαμιοπούλα, στο Φαρμακονήσι, στα Αντίψαρα, στο Γαϊδουρονήσι, στο Πελαγονήσι, στην Περιστέρα, στο Πιπέρι, στο Γυαλί..., δεν είναι μονάχα ακατάβλητοι βιγλάτορες των ελληνικών οριζόντων, σκοπιωροί των αλίμενων ακτών, ζωντανοί κυματοθραύστες αμεταγύριστων ορέξεων – από 5 έως... 152 ελληνικά νησιά, νησίδες και βραχονησίδες, από τη Ζουράφα, ανατολικά της Σαμοθράκης, έως τη Γαύδο στο Λιβυκό Πέλαγος διεκδικεί κατά καιρούς η Τουρκία, αμφισβητώντας την ελληνική κυριότητα.

Δεν είναι φυγόκοσμοι μοναστές, που ευτυχούν αποκλειστικά στους θαλασσοδαρμένους χερσότοπους. Μάχονται να συντηρήσουν τις ρίζες τους, να διατηρήσουν το λεπτότατο νήμα της συνέχειας στη γη τους, στα πατρογονικά χώματα που πατούν, γιατί εκεί νιώθουν πιο πολύ την Ελλάδα· να εμφυσήσουν ξανά την πνοή της ανθρώπινης δημιουργίας σε εδάφη όπου μόνο η φύση έχει απομείνει να σμιλεύει αργά κόσμους· να αντιπαλέψουν τα δυσυπέρβλητα, να δαμάσουν τα ατιθάσευτα. Με τα αγροτόσπιτά τους, τα περιβόλια τους, τα ζώα τους, την υποδοχή ταξιδευτών.

Μια ζωή με κινδύνους, όχι πάντα ευχάριστη, περιοδικά σκληρή, ενίοτε ποτισμένη με την πίκρα της κρατικής αμέλειας – δεν αρκούν οι επετειακές επισκέψεις υπουργών, υφυπουργών και στρατιωτικών κλιμακίων, καθώς δεν υφίσταται σταθερό σχέδιο όχι μόνο για τους αλμυρούς ξέμακρους βράχους που συντηρούν ανθρώπινη ζωή, αλλά και για τις πιο φιλόξενες νησίδες ανάμεσα στις 6.000 μικρές και μεγάλες κουκκίδες γης στα ελληνικά πελάγη. Από αυτές, μόνο οι 107 κατοικούνται· οι 28, με πληθυσμό κάτω από 100 κατοίκους.

Οσο ισχυρή κι αν είναι η συνείδηση του ακρίτα φύλακα, κάτι πιο απόλυτο, πιο βαθύ μοιάζει να τους συνδέει με τα ανεμοδαρμένα σιωπηλά κομμάτια γης, να τους κρατά καρφωμένους στα άγρια χώματα που προβάλλουν από τα άπατα των απάτων: η ισόβια αγάπη τους για τις «πέτρινες κεφαλές στα μελανά βάθη της άβυσσος», όπως ονόμαζε τις βραχονησίδες ο Φώτης Κόντογλου. Μια αγάπη πιο ακατάβλητη από την εξυψωτική αίσθηση της αυτοθυσίας και του ηρωισμού, πιο ανθεκτική απέναντι στη φουρτουνιασμένη ακροθάλασσα. Το σπίτι ως πατρίδα. Αφθαρτες ταυτότητες, στέρεες αξίες, αμείωτη ένταση βούλησης. Η υποδόρια, ενίοτε έκδηλη, αδιαφορία της χώρας-πατρίδας, μια κάθετη βολή πάνω σε πολύτιμες βεβαιότητες.