Λεξιστορείν: Έπεσε άτσαλα!

To επίρρημα άτσαλα χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του «αδέξια», «χωρίς οργάνωση και προσοχή».

Ετυμολογικά  προέρχεται  από το επίθετο άτσαλος, το οποίο φαίνεται πως έχει ετυμολογική σχέση με τη λέξη ατάσθαλος, που στην αρχαιότητα  είχε τις σημασίες «απερίσκεπτος, χωρίς επιδεξιότητα, υπερόπτης».