Το Εκκλησιαστικό Μουσείο της Λίνδου

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας

Κατά τρόπον επίμονο στο σκοπό που θέσαμε από το 1.1.1995 υπό την ιδιότητα του αιρετού Προέδρου της Κωμόπολης Λίνδου, για την τουριστική και αρχαιολογική αναβάθμισή της, αξιοποιήσαμε ένα μικρό κονδύλι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδρύσαμε Εκκλησιαστικό Μουσείο, σε χώρο συνεχόμενο της Εκκλησίας Λίνδου.

Για εκθέματα αξιοποιήσιμα τα όσα εκ των κειμηλίων είχαν διασωθεί, όπως περιγράφονται σε πρακτικό στον Κώδικα της Εκκλησίας του έτους 1915, τα οποία με υπόδειξη του μακαριστού Μητροπολίτη Αποστόλου Τρύφωνος, είχαν τοποθετηθεί εντός ξυλίνων κιβωτίων, τα οποία διαφυλάχθηκαν κατάλληλα και ανοίχθηκαν μεταπελευθερωτικά, στις 30.10.1960, παρουσία του αοίδημου Μητροπολίτη Ρόδου Σπυρίδωνα.

* * *

Η λεηλασία των δωδεκανησιακών αρχείων θησαυρών των αρχαίων έργων Τέχνης και Πολιτισμού, είναι διαχρονική. Ο Διόδωρος αναφέρει ότι οι Αθηναίοι «ερήμωσαν αρχές του 5ου π.Χ. αιώνα, τις τρεις αρχαίες πόλεις Λίνδου, Ιαλυσός και Κάμιρο από πολυάριθμα αντικείμενα Τέχνης, μετά την ίδρυση της πόλης Ρόδου.

Το ίδιο έπραξαν τόσο οι Πέρσαι, όσο και οι Σαρακηνοί κατά τις συνεχείς επιδρομές τους. Οι αρχαιοκαπηλίες κράτησαν μέχρι την τελευταία κατοχική περίοδο της Ιταλοκρατίας. Χιλιάδες είναι τα αρχαία αντικείμενα, τα οποία και μέχρι σήμερα ακόμη κοσμούν τα διάφορα Ευρωπαϊκά και υπερπόντια Μουσεία. Όλοι οι κατά τις χρονικές περιόδους κατακτητές λεηλατούσαν τόσο τους Θησαυρούς της Λίνδου, όσο και των δύο άλλων αρχαίων πόλεων, Ιαλυσού και Καμίρου, καθώς και της πόλης της Ρόδου από 408 π.Χ. και μετέπειτα.

Είναι, δε, γνωστό ότι κατά την Κλασσική περίοδο, ιδιαίτερα, όμως, κατά τους Ελληνικούς χρόνους στη Ρόδο ήκμαζε Σχολή Γλυπτών, της οποίας η παραγωγή μετέβαλλε τη Ρόδο σε Μουσείο Αγαλμάτων, τα οποία πωλούνταν μέχρι της Μεσοποταμίας. Ο δε Ντάπερ αναφέρει ότι ήταν η αποθήκη των Τεχνών και των Επιστημών, συγχρόνως και πεπαιδευμένων Ανδρών.

Έργο των Ροδίων Καλλιτεχνών Αγησάνδρου, Αθηνόδωρου και Πολύδωρου είναι το σύμπλεγμα του Λαοκόοντος και τα παιδιά του, το οποίο βρέθηκε στη Ρώμη επί Πάπα Παύλου του Γ’ (1234-1291). Επίσης και ο Φερνέσιος Λαύρος είναι έργο του 2ου π.Χ. αιώνα των Τραλλιακών αδελφών Απολλωνίου. Το άγαλμα αυτό βρέθηκε στη Νεάπολη της Ιταλίας και τώρα κοσμεί το Βουρβονικό Μουσείο (Museo dei Burboni).

Ο Ρωμαίος Στρατηγός Κάσσιος το 42 μ.Χ. λεηλάτησε ολόκληρο, σχεδόν, τον Καλλιτεχνικό Θησαυρό της Ρόδου και της Λίνδου, απογύμνωσε τους Ναούς και τα σπίτια από κάθε πολύτιμο αντικείμενο και μετέφερε στη Ρώμη πάνω από 3.000 αγάλματα. (Η Ρωμαϊκή περίοδος 42 π.Χ.-μέχρι 330 μ.Χ.).

Αργότερα, τόσο κατά την Ιπποτοκρατία, όσο και την τουρκοκρατία οι αφαιμάξεις συνεχίζονταν. Ιδιαίτερα οι πολυποίκιλοι περιηγητές κατά την Τουρκοκρατία, ήταν οι περισσότεροι τυμβωρύχοι.

Και οι Ιταλοί, ήδη από τα πρώτα χρόνια της κατοχής τους έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Αρχαίους Θησαυρούς της Λίνδου, ως και της υπόλοιπης Ρόδου, καθώ ςκαι των λοιπών νησιών του δωδεκανησιακού συμπλέγματος.

Όχι μόνο διεύρυναν τις ανασκαφές και μελέτες, που είχε πραγματοποιήσει η Αρχαιολογική Δανική Αποστολή επί κεφαλής τους Διεθνούς φήμης Αρχαιολόγος Kich και Blinkenberg, αλλά έφεραν από την Ιταλία για την επάνδρωση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου δικούς τους Αρχαιολόγους.
Το 1914 επικεφαλής της Ιταλικής Αρχαιολογικής Αποστολής στη Ρόδο ήταν ο Αμεδέο Μαγιούρι, ο οποίος από 1916-1924 διετέλεσε Έφορος Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου.

Έτσι, μετά την αποχώρηση της Δανικής αρχαιολογικής ομάδας άρχισαν το 1916 συστηματικά οι εργασίες των Ιταλών Αρχαιολόγων, οι οποίες θα συνεχιστούν με εντατικό ρυθμό στη δεκαετία του 1920, έχοντας δε επεκταθεί σε όλη τη Δωδεκάνησο, όχι μόνο σε αρχαιολογικούς χώρους, αλλά και σε ιδιωτικά κτήματα, χωρίς καμία αποζημίωση.

Οι Ιταλοί μεταξύ των άλλων, άρχισαν να κατατάσσουν και να τακτοποιούν τον αρχιτεκτονικό και επιγραφικό υλικό της Ακρόπολης Λίνδου. Μια έρευνα στο βυθό της θαλάσσιας περιοχής της Λίνδου έφερε στο φως μια περίφημη Αφροδίτη ακρωτηριασμένης μόνο κατά βραχίονα, που ανήκει στο δεύτερο ήμισυ του 4ου π.Χ. αιώνα.

Υπολογίζεται ότι την εποχή αυτή των Ιταλικών ερευνών βρίσκονταν στις αίθουσες του Μουσείου Ρόδου περί τα 15.000 αρχαία αντικείμενα πέραν των όσων είχαν ήδη το 1913 σταλεί στην Ιταλία για ίδια χρήση από τον πρώτο Στρατιωτικό Διοικητή των Δυνάμεων, που κατέλαβαν τα Δωδεκάνησα, το Μάιο του 1912 Στρατηγό Giovanni Ameglio. Είναι η εποχή που υπεξαιρέθηκαν από το Κάστρο της Λίνδου «αρίστης αρχαίας τέχνης, που παρίστανε, πιθανώς τον Διόνυσο» το οποίο, φυσικά, εστάλη στην Ιταλία.

Από σχετική έρευνα που κάναμε διαπιστώσαμε ότι πολλά από τα προαναφερθέντα αντικείμενα δεν βρίσκονται πλέον στο Μουσείο της Ρόδου.

Ο μεγάλος όγκος των αρχαίων αντικειμένων και της Κω αναδείχθηκε μετά τον σεισμό που εκδηλώθηκε στο νησί του Ιπποκράτη στις 23 Απριλίου 1933. Ήταν πράγματι καταστροφικός και άφησε στο πέρασμά του 149 νεκρούς, περισσότερους από 600 τραυματίες, από τους οποίους οι 100 βαριά, ενώ η πόλη της Κω μεταβλήθηκε σε σωρούς ερειπίων.

Η σεισμική δόνηση ήταν διάρκειας 27 δευτερολέπτων μεγέθους 6,6 της κλίμακας Ρίχτερ και έντονης ΙΧ βαθμών της τροποποιημένης κλίμακας Μερκάλ-Ζίμπεργκ μια κλίμακα που χαρακτηρίζεταιο από τα αποτελέσματα των σεισμών.

Ο ιστορικός ερευνητής Κώστας Τσαλαχούρης, σε μελέτη του που δημοσίευσε στο “Δωδεκανησιακό Αρχείο/ Αθήνα 1996), αναφερόμενος για τα αρχαία της Κω, στον σεισμό του 1933, ως και τον ύπουλο τρόπο που περιήλθαν στην κατοχή των Ιταλών, γράφει: «...Στην Κω οι ανασκαφές έγιναν επί Τουρκοκρατίας με την υπόδειξη του Κώου ιστοριοδίφη Ιάκωβου Ζαράφτη, από το Γερμανό Αρχαιολόγο R. Herzop.

Τότε έγινε και η ανακάλυψη του Ασκληπειού. Αποτελούσε κοινό μυστικό των Κώων ότι ο ακούραστος και σοφός ερευνητής Ζαράφτης γνώριζε όλα τα μυστικά, που έκρυβε η γη και έγραψε πολλές εκθέσεις για να δοθούν, όταν απελευθερωθεί η Πατρίδα του, στις Ελληνικές Αρχές.

Στους σεισμούς του 1933, όπου η μοίρα της Κω υπέστη ολοκληρωτική καταστροφή, ο Ζαράφτης βρήκε τραγικό θάνατο καταπλακωθείς από τα ερείπια. Η κόρη του κράτησε την παραγγελία του πατέρα της και έκρυψε επιμελώς τις εκθέσεις. Τη συνέχεια μάς τη δίνει έκθεση της Δωδεκανησιακής Νεολαίας:
«...αλλά η ιταλική πανουργία εμηχανεύθη άλλον τρόπον σατανικόν τω όντι διά του οποίου ατυχώς επέτυχε του σκοπού των Ιταλών.

Διά εντέχνου τρόπου επέτυχε γάμον ταύτης μετά Ιταλού υπαλλήλου και ούτω επέτυχε να αποσπάσει όλας τας λεπτομερείας των αρχαιολογικών θησαυρών της Κω.

Κι’ έτσι διά του Ιταλού Αρχαιολόγου Jacobi και άλλων της ιταλικής σχολής Αθηνών, από το 1933 ανεσκάφη ολόκληρος η ερειπωμένη πόλις της Κω.

Τα ευρήματα φθάνουν εις τέχνην και αξίαν ανυπολόγιστον. Νύκτας και ημέρας κώοι εργάται υπό Ιταλούς επιστάτας ανέσυρον αγάλματα, τάφους, κοσμήματα, αγγεία εις ποσότητα μη δυναμένην να καταμετρηθεί.
Άπαντα μετεφέρθησαν εις Ιταλίαν δι’ ειδικών ατμοπλοίων, τα οποία πηγαινοέρχονταν επί 7ετίαν συνεχώς εις Κω. Μεταξύ των ευρημάτων συγκαταριθμούνται αι επτά Μούσαι, άλλα του Ιπποκράτους εις υπερφυσικόν μέγεθος και πλείστα όσα άλλα».

Και συνεχίζει ο Κώστας Τσαλαχούρης: «...Ο Πρόεδρος της Δωδεκανησιακής Νεολαίας Ελλάδος Μιχαήλ Παπαμανώλης, ευρισκόμενος στο Κάιρο τον Αύγουστο του 1944, υπέβαλε σχετική έκθεση στο ΙΙ Επιτελικό Γραφείο Στρατού. Σύμφωνα με συνομιλία, που είχε με τον αντισυνταγματάρχη Σ. Γκίκα,  υπολόγισε ότι τα αρχαία αντικείμενα, που εκλάπησαν από τους Ιταλούς στην Κω υπερέβαιναν σε αξία τα 100 εκατομμύρια αγγλικές λίρες».

Εκσυγχρονισμός του Μουσείου
Σήμερα, ύστερα από 16 χρόνια, το Εκκλησιαστικό Μουσείο Λίνδου, με πρωτοβουλία του Μητροπολίτη Ρόδου κ. Κύριλλου, έχει εκσυγχρονιστεί.

Έτσι, με μελέτη του μουσειολόγου Νικολάου Σισαμάκη, ο Ιερός Ναός και το σύνολο του κτηριακού συγκροτήματος, αναδεικνύονται με γνώμονα μια ολιστική οπτική και ανθρωποκεντρική μουσειολογική προσέγγιση. Σκοπός της παρούσας έκθεσης είναι η σύνδεση του οικοισμού και της ιστορίας του, με τους χώρους του ναϊκού συγκροτήματος και τα αντικείμενά του, τόσο με ρεαλιστικό όσο και νοηματικό πλαίσιο με θεματικό άξονα: «Η Θεία Λατρεία, ο Ναός, η Ναοσκευή και οι Καραβοκύρηδες της Λίνδου».

«... Το μουσειολογικό πρόγραμμα μέσω του οποίου παρουσιάζεται το θέμα, συγκροτείται από τρεις αλληλοσυμπληρούμενες ενότητες.

»Η πρώτη ενότητα έχει εισαγωγικό χαρακτήρα, προκειμένου ο επισκέπτης να κατανοήσει στοιχεία της ταυτότητας του χώρου και του τόπου. Η δεύτερη ενότητα, εκτυλίσσεται εντός του ναϊκού συνόλου, σεβόμενη την ιερότητα του χώρου και επιδιώκοντας ταυτόχρονα να αποδώσει στους επισκέπτες τον ρόλο του ορθόδοξου Ναού ως χώρου εκδήλωσης της συλλογικής Θείας Λατρείας. Επίσης, στο πλαίσιο αυτό στόχος είναι να δώσει και βασικές πληροφορίες για τους συμβολισμούς και τη χρήση των εκκλησιαστικών αντικειμένων. Η τρίτη υποενότητα, στην οποία αναδεικνύονται τα αντικείμενα της συλλογής, τα περισσότερα εκ των οποίων είχαν τελετουργική χρήση, παρουσιάζεται η λειτουργική και συμβολική τους αξία για την Χριστιανική κοινότητα και ειδικότερα για τους κατοίκους της Λίνδου και τους Καραβοκυραίους της.

» Η παρουσίαση του θέματος ενισχύεται με τη χρήση ποικίλων ερμηνευτικών μέσων με τα οποία προσφέρεται στον επισκέπτη και στα παιδιά μια ευχάριστη, μοναδικά βιωματική εμπειρία. Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στην ικανοποίηση των αναγκών των επισκεπτών ενώ παρέχεται πολυεπίπεδη διαδραστική πληροφόρηση που αποσκοπεί και στο να βοηθήσει στις επιλογές και στη διαχείριση του χρόνους τους.

Ψηφιακά παιχνίδια με καραβοκύρηδες, Πειρατές και Κουρσάρους, Ιστορίες κρυμμένες πίσω από τα αντικείμενα, προβολές με αθέατες λεπτομέρειες των αντικειμένων και ενδιαφέρον υλικό καθώς και εκπαιδευτικά προγράμματα για μικρούς και μεγάλους, «αποκαλύπτονται» εξελικτικά και προσφέρονται στον επισκέπτη για να «περπατήσει» μαζί τους σε ένα εναλλακτικό περίπατο μέσα στο χώρο και το χρόνο της Λίνδου, του πιο σημαντικού ναυτικού οικισμού του νησιού.

» Η νέα μουσειακή έκθεση αποτελεί τμήμα του υπο υλοποίηση Δικτύου Χριστιανικών Μουσείων και Επισκέψιμων Μνημείων Ρόδου, στους κόμβους του οποίου παρουσιάζεται μέσα από αυτόνομες και αλληλοσυμπληρούμενες εκθέσεις «Η ιστορία της ροδιακής Εκκλησίας και ο πολιτισμός που αναπτύχθηκε στο νησί γύρω από την ορθόδοξη λατρεία».

» Ο Ναός και οι εκθεσιακοί χώροι είναι φυσικά και ψηφιακά προσβάσιμοι από όλες τις κατηγορίες κοινού και σε ΑΜΕΑ.

» Το Μουσείο, πλέον, λειτουργεί στους κόλπους του Επικοινωνιακού και Μορφωτικού Ιδρύματος της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου και χρηματοδοτήθηκε από το τοπικό πρόγραμμα Leader...».

 

Εσωτερικό του εκσυγχρονισμένου  Εκκλησιαστικού Μουσείου Λίνδου
Εσωτερικό του εκσυγχρονισμένου Εκκλησιαστικού Μουσείου Λίνδου

 

Από τα εγκαίνια του Εκκλησιαστικού Μουσείου Λίνδου, τον Απρίλιο του 1998.  Ο Πρόεδρος της Κοινότητας κ. Κυριάκος Ι. Φίνας, μιλώντας κατά την τέλεση του Αγιασμού
Από τα εγκαίνια του Εκκλησιαστικού Μουσείου Λίνδου, τον Απρίλιο του 1998. Ο Πρόεδρος της Κοινότητας κ. Κυριάκος Ι. Φίνας, μιλώντας κατά την τέλεση του Αγιασμού