Περασμένα μεγαλεία...Η πορεία του Τζεϊχούν Κιολέ

Γράφει ο Δημήτρης Δραγάτης

Μπορεί να  του έλειπε μπόι, όμως το ισοστάθμιζε σε αντανακλαστικά, αντίληψη και πάθος.

Αποτελεί έναν από τους λίγους εξαιρετικούς τερματοφύλακες που ανέδειξε το Δωδεκανησιακό μας ποδόσφαιρο. Λεγόταν και …Ξούρης (παρατσούκλι) και βεβαίως αναφερόμαστε στον Τζεϊχούν Κιολέ που πέρασε και αυτός στην ιστορία. Κατάφερε να αγωνίζεται μέχρι και τα 46 του χρόνια με ιδιαίτερη μάλιστα επιτυχία. Ήταν παράλληλα το αγαπημένο παιδί της εξέδρας και κατάφερνε να κερδίζει πάντα τη συμπάθεια όλου του κόσμου με την εξαιρετική αγωνιστική του συμπεριφορά αλλά αρκετές φορές και με τις θεαματικές του αποκρούσεις.


Ο Κιολέ γεννήθηκε στη Ρόδο το 1943. Ο πατέρας του δούλευε οδηγός στον Δήμο για να βγάλει τα προς το ζην. Ο ίδιος περνούσε ώρες ατελείωτες μέσα στην Παλιά Πόλη όπου έπαιζε ποδόσφαιρο με τους φίλους του. Το έπαθλο για το νικητή ήταν παγωτά ή κουλούρια και το πλήρωνε ο ηττημένος. Και τότε για να υπάρχει ενδιαφέρον όπως αντιλαμβάνεστε έβαζαν στοιχήματα μεταξύ τους, σαφώς όμως πιο ρομαντικά και πιο εποικοδομητικά από αυτά της σημερινής εποχής. Μόλις σχόλαγε, πήγαινε γρήγορα-γρήγορα στο σπίτι για λίγο φαγητό και αμέσως μετά έφευγε για το γηπεδάκι στο οποίο καθόταν μέχρι και το βράδυ. Δεν υπήρχε μυαλό για τίποτε άλλο. Μόνο για την μπάλα.

Πρώτο δελτίο στον Διαγόρα
Ο Κιολέ συνήθιζε να παρακολουθεί τις προπονήσεις που έκανε ο Διαγόρας στο βοηθητικό γήπεδο της πόλης μας. Μια μέρα κάπου στα 1958, ο συγχωρεμένος ο Μιχάλης Πίτσας του είπε: «έλα να σε βάλω να παίξεις μπάλα στον Διαγόρα!». Και έτσι και έγινε. Συμμετείχε αρχικά στις εκδηλώσεις της παιδικής ομάδας  οι οποίες μάλιστα για τα δεδομένα της εποχής εκείνης ήταν πάρα πολύ οργανωμένες. Είχε πολλές ομάδες με μικρά παιδιά και οι παράγοντες του συλλόγου τους έβαζαν και έπαιζαν πριν από τους αγώνες των ανδρών. Αυτό ήταν ένα πολύ μεγάλο κίνητρο για τα παιδιά. Μετά από κάποιο διάστημα (σύντομο η αλήθεια) τον προώθησαν στη δεύτερη ομάδα στην οποία αγωνίστηκε για δυο περίπου χρόνια και περίπου στις αρχές της δεκαετίας του 1960 έγινε στέλεχος της ανδρικής ομάδας.

Ντεμπούτο στην Ελευσίνα
Το ντεμπούτο του μάλιστα ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Ο Διαγόρας έπαιζε στην Ελευσίνα με τον Πανελευσινιακό στο πλαίσιο του πολύ σκληρού τότε πρωταθλήματος της Β’ Εθνικής Κατηγορίας. Ο «γηραιός» δεν τα κατάφερε καθώς ηττήθηκε με 3 – 1 μετά από ένα πολύ δυνατό παιχνίδι. Ο Κιολέ έπαιξε σε εκείνο το παιχνίδι καθώς ο βασικός τερματοφύλακας υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία και δεν κατέστη δυνατό να εξασφαλιστεί άδεια για να ακολουθήσει την αποστολή. Στην αρχή είχε το σχετικό τρακ το οποίο όμως γρήγορα το ξεπέρασε. Μπήκε απευθείας και απότομα θα μπορούσε να πει κανείς στα βαθιά, ωστόσο αντεπεξήλθε.

Το παιχνίδι που τον «σημάδεψε»
Αναμφίβολα ο αγώνας που πέρασε στην ιστορία ως ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς για τον Κιολέ ήταν μια αναμέτρηση στη Χαλκίδα το 1967, λίγο πριν από τη δημιουργία της Ρόδου. «Έπιασε» ένα τρομερό παιχνίδι εκείνη την ημέρα. Η Χαλκίδα ήθελε μόνο τη νίκη για να ανέβει στην Α’ Εθνική Κατηγορία. Ο Διαγόρας με μια εκτέλεση πέναλτι του Νεοφύτου είχε προηγηθεί με 1 – 0. Δεν μπόρεσε όμως να το κρατήσει και προς το τέλος του αγώνα ηττήθηκε. Ο Κιολέ είχε κάνει εκπληκτικές αποκρούσεις μέχρι να γίνει το 2 – 1 με αποτέλεσμα οι Χαλκιδαίοι δεν άργησαν να του κάνουν πρόταση για να τον αποκτήσουν. Ο ίδιος ήθελε να πάει αλλά ο πρόεδρος του Διαγόρα τότε, ο Δημήτρης Βενετοκλής δεν ήθελε με τίποτα να τον δώσει και έτσι έμεινε στο νησί μας. Λίγο μετά έγινε η συγχώνευση μέσω της οποίας γεννήθηκε η Ρόδος.

Η συμμετοχή του στη Ρόδο
Την πρώτη χρονιά η ομάδα έπαιζε για την παραμονή της, την οποία κατάφερε να εξασφαλίσει. Την επόμενη χρονιά, ο πήχης μπήκε ψηλά και ο σύλλογος πήγαινε για πρωτάθλημα. Ένα παιχνίδι όμως στην Πάτρα με την Παναχαϊκή άλλαξε άρδην τα σχέδια. Και αυτό επειδή η Ρόδος δέχθηκε έξι τέρματα. Ο ίδιος ο Κιολέ σε μια συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στον γράφοντα αυτού του αφιερώματος πριν από αρκετά χρόνια, είχε πει για το παιχνίδι εκείνο:


«Θυμάμαι τον Σκιαθίτη εκείνη την ημέρα που έβαλε τρία γκολ, αλλά τι να το κάνεις; Ακούστηκαν πολλά για το παιχνίδι αυτό που δεν μπορώ όμως να πω γιατί δεν ξέρω αν είναι έτσι. Δεν θα ξεχάσω πάντως τον Σκιαθίτη. Ήταν τρομερός παίκτης. Έπαιζε με κλειστά μάτια στην Εθνική Ελλάδας αλλά ήταν άτυχο παιδί. Στη Ρόδο έμεινα τέσσερα χρόνια. Μετά πήρα την απόφαση να αποχωρήσω. Είχα τσακωθεί με τον τότε πρόεδρο, τον Γιαννά. Υπήρχε μια οικονομική διαφορά και σηκώθηκα να φύγω. Ήταν καθαρά δική μου επιλογή. Δεν μπορούσα να μείνω με τέτοιες συνθήκες».


Ακολούθησε ο Φοίβος
Μετά από περίπου μια περίοδο τεσσάρων μηνών από τη στιγμή που έφυγε από τη Ρόδο, του χτύπησε την πόρτα ο Φοίβος και ο Κιολέ δεν αρνήθηκε την πρόταση καθώς του άρεσε το ποδόσφαιρο και δεν ήθελε να σταματήσει να αγωνίζεται. Ο Φοίβος ήταν τότε στην Α’ Τοπική Κατηγορία ενώ την επόμενη χρονιά αποκτήθηκε και ο Αντώνης ο Κυπριώτης. Ο Φοίβος είχε δημιουργήσει μια εξαιρετική ομάδα η οποία κατάφερε να ανέβει στη Β’ Εθνική. Πολλοί πιστεύουν μάλιστα ακόμα και σήμερα ότι αν δεν γίνονταν ανακατατάξεις στα μέσα της αγωνιστικής περιόδου (ξαφνικά η διοργανώτρια αρχή είπε ότι θα υποβιβάζονταν περισσότερες ομάδες) δεν θα είχε πέσει ποτέ από την Κατηγορία. 

Συνέχεια στα Μαριτσά
Στον Φοίβο έκανε μια δεκαετία περίπου και κάπου στα μέσα του 1980 έφυγε για τον Ηρακλή Μαριτσών. Έμεινε τρία χρόνια και πήρε μεταγραφή για τον Διαγόρα Βατίου ενώ το κλείσιμο της καριέρας του έγινε στον Δωριέα, στο πρωτάθλημα της Δ’ Εθνικής. Ήταν 46 ετών όταν πήρε την απόφαση στα τέλη της δεκαετίας του 1980 να «κρεμάσει» τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Έκλεισε μια καριέρα με πολλές αναμνήσεις, καλές και κακές που ασφαλώς και θα μείνουν ανεξίτηλες στη μνήμη του.

Πρότυπό του ο …Σαργκάνης
Ο Νίκος Σαργκάνης ήταν το πρότυπο του Τζεϊχούν Κιολέ. Τον θεωρούσε πανέξυπνο και με εκπληκτικά αντανακλαστικά. Από τη Ρόδο του άρεσε πολύ ο «Προφήτης», ο Χατζηνικήτας ο οποίος ήταν εξαιρετικός στα ψηλά. Ήταν ανίκητος στον αέρα. Ο Τζεϊχούν Κιολέ δεν είναι τυχαίο ότι έπαιζε μέχρι και τα 46 του. Και αυτό διότι έκανε μια πάρα πολύ καλή ζωή. Δεν ξενύχταγε ποτέ και γενικά πρόσεχε. Ήταν γερή κράση. Ο ίδιος μιλώντας πριν κάποια χρόνια για την καριέρα του είχε πει:


«Δεν ήταν οικονομικός ο λόγος που άλλαξα αρκετές ομάδες. Δεν ήθελα να ήμουν σταθερός σε μια ομάδα. Ήθελα να αλλάζω. Όταν έφυγα από τη Ρόδο βέβαια στεναχωρέθηκα γιατί δεν συμμετείχα λίγο αργότερα στην άνοδό της στην Α’ Εθνική Κατηγορία. Τα παιχνίδια τότε όταν έπαιζα γίνονταν με πάρα πολύ κόσμο στα γήπεδα. Καρφίτσα δεν έπεφτε! Εμείς οι παίκτες το ευχαριστιόμασταν. Και επεισόδια δεν γίνονταν εύκολα. Ακόμα και όταν πηγαίναμε εκτός έδρας, με ελάχιστες εξαιρέσεις».

Παρέα με τους Ζαννή, Κυπριώτη και Ταμπάκ σε αγώνα παλαιμάχων
Παρέα με τους Ζαννή, Κυπριώτη και Ταμπάκ σε αγώνα παλαιμάχων