Ο εφήμερος λόγος

Η σημασία που δίνει ο καθένας στο πρόβλημα του άλλου εξαρτάται από το πόσο εξαρτημένος είναι από την κρίση του και από το αν η γνώμη του έχει στη ζωή μας βαρύνουσα σημασία. Θέλω να πω με αυτό πως στη σημερινή κοινωνία ακόμη και η  εναγκαλίζουσα «συμπαράσταση» που δείχνουμε στον διπλανό μας σχετίζεται ενίοτε από ένα προφανές «δούναι και λαβείν», και αυτό το επιχείρημα μην σας κάνει εντύπωση για την ακρότητά του. Έχει την εξήγησή του.

Ζούμε εποχές όπου η ατομική επιβίωση λαμβάνει διαστάσεις επιδημίας, εποχές όπου η κρίση στην εύρεση εργασίας επεκτάθηκε και στην ανθρώπινη επικοινωνία. Αποτέλεσμα, να στηλιτεύεται ακαριαία η μη ευκολία στην αποδοχή αυτής ακριβώς της καλλιεργούμενης απόστασης μεταξύ των ανθρώπων, με λίγα λόγια να λεηλατείται η αντιστασιακή και ανυποχώρητη στάση κάποιων ενάντια σε αυτή τη  ρητή αποξένωση και με ό,τι αυτή επιφέρει. 

Η περιθωριοποίηση των ανθρώπων που δεν εκθειάζουν την καθημερινή τεχνητή ιλαρότητα, ο παραμερισμός της κάθε εμβαφτιζόμενης ως ακραίας άποψης που αναφέρεται στην εκδίωξη της ανθρώπινης επικοινωνίας, αυτή η συλλογική προσπάθεια των κραταιών κέντρων αποσταθεροποίησης του κοινωνικού ιστού έχει τα αποτελέσματά της και δη ένα σημαντικό εύρος και αποδοχή από μεγάλη μερίδα των πολιτών, που ασπάζονται την άκρατη συναισθηματική αποταμίευση. 

Τα αποτελέσματα είναι λοιπόν ήδη ορατά και αυτό το διαπιστώνει κανείς σε κάθε του βήμα, στις δοσοληψίες, τις συναλλαγές και όπου αλλού η γλώσσα μεταποιείται αδρά σε απλή προφορά λέξεων χωρίς την παραμικρή σκέψη και συλλογισμό. Έχετε καταμετρήσει άραγε ποτέ τον αριθμό των ανθρώπων που πετούν εδώ και εκεί εκφράσεις, κοσμητικά επίθετα και ουσιαστικά ή κατηγορήματα της αυτόκλητης σημερινής αργκό; 

Έχετε εστιάσει ποτέ το ενδιαφέρον σας στον τρόπο επικοινωνίας των σημερινών ανθρώπων που δεν φείδονται υβριστικών αναφορών όταν θέλουν να χαρακτηρίσουν τον άλλο; Για να μην επισημάνω και όλους εκείνους που στην προσπάθειά τους να ομοιάσουν στις τηλεπερσόνες ενδύονται των χαρακτηριστικών κινήσεων της γλώσσας και των χεριών τους. 

Σε κάθε επίπεδο λοιπόν της σημερινής ζωής η διαπιστούμενη παρακμή χρήζει φτωχού λεξιλογίου περιγραφής της καθώς ο πλούτος των λέξεων αφορά άλλους και συγκεκριμένα αυτούς που τις σέβονται.

Καμία τραγωδία δεν θα μπορούσε ποτέ να γραφτεί για τον ανελέητο αυτόν κόσμο, κανένας ποιητής δεν θα προέβαινε σε οποιαδήποτε γλωσσική ανθοφορία αν ήθελε να περιγράψει όλο αυτό τον συρφετό του ακατανόητου γιατί κάποιοι πολιτικάντηδες σε αγαστή συνεργασία με επικοινωνιακούς εργολάβους βάλθηκαν να μετατρέψουν την κοινωνία σε σχολιαστικό ευρετήριο ασήμαντων ονομάτων και χαρακτήρων που για να τους πλησιάσει κανείς πρέπει τάχα να κοπιάσει, αφού αυτοί είναι που αποτελούν το παράδειγμα της απορριμματικής αλλά παράλληλα εκ του ασφαλούς ζωής.

Ζούμε εποχές όπου ο άλλος είναι ο στυγνός και ωμός ανταγωνιστής, το άλλο κόμμα εξουσίας τρόπον τινά, σε μια μάχη που κρίνεται στα στατιστικά ατομικής επιτυχίας λίγο πριν από μία ακόμα αποτυχημένη εκλογική αναμέτρηση στην επικοινωνία για την εύρεση του καλύτερου εταίρου, γιατί περί αυτού πρόκειται όταν μιλούν και αναφέρονται σήμερα στις ανθρώπινες σχέσεις.

Αυτό που περισσεύει από το ορμητικό ποτάμι του ετσιθελισμού και της καθεστηκυίας κοινωνικής ετερονομίας, δεν είναι παρά οι δοξασίες για μια καλύτερη ζωή μετά θάνατον, που λένε και οι θρησκείες. Στην επίγεια ζωή η αμαρτία έπνιξε τον άνθρωπο, ομολογούν μάλιστα οι εκπρόσωποί της. 

Αυτοί που απομένουν και ομιλούν ευθαρσώς για την όποια κοινωνική βελτίωση δεν είναι παρά όλοι εκείνοι που εγκωμιάζουν τη φαιδρότητα και την ευτέλεια, λες και κάποιο αόρατο χέρι μετέπλασε την Παιδεία σε σωρευτική αχρηστία και τον λόγο σε περίττωμα.

Σημασία έχει ο άλλος να μας προσφέρει για να του προσφέρουμε, να μας εξυπηρετήσει για να τον εξυπηρετήσουμε. Πάνω απ’ όλα όμως να υπάρχει κάποιος λόγος για να εκφράσουμε την περίφημη για όλους μας θετική γνώμη. Όπως ακριβώς χρησιμοποιούν την επικοινωνία οι πολιτικάντηδες, όπως υπογράφουν συμφωνίες και «κλειδώνουν» επενδύσεις προς όφελος του κράτους τους. Τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από μία συνδιαλλαγή σε καθεστώς εφήμερου κουτσομπολιού που μπολιάζεται από την απουσία σοβαρού λόγου.