Σταμάτης Πακάκης:  Τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος»  την «ξόρκισα» από τις αγάπες μου

Συνέντευξη στη Βίκη Κουτρή στο «ΕΘΝΟΣ»

«Κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια· μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω -όχι, τα δίνω· μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν- πάντως εγώ τα δίνω.  Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.»
Γιάννης Ρίτσος

Δύο αιώνες πριν, όταν ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν ήταν βαθιά ερωτευμένος με την μαθήτρια του Τζουλιέττα Τζικάρντι εκείνη τον αρνήθηκε και η εσωτερική απόρριψη που βίωσε ήταν οδυνηρή. Έμελλε όμως να γίνει η πηγή έμπνευσης που τον οδήγησε να συνθέσει την αριστουργηματική «Σονάτα του Σεληνόφωτος» την όποια ολοκλήρωσε το 1801 αφιερώνοντας την στον ακυρωμένο έρωτά του. 

Το 1956, ενάμιση αιώνα αργότερα ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος εμπνεύστηκε μεγαλοφυώς υπογράφοντας ως «Σονάτα του Σεληνόφωτος» έναν μαγικό ποιητικό-θεατρικό μονόλογο τον οποίο συμπεριέλαβε στις συνθέσεις του Ποιήματα ΣΤ΄ της Τέταρτης Διάστασης ξεκινώντας έναν σπουδαίο κύκλο ποίησης στην Ελλάδα. Η Σονάτα του Σεληνόφωτος με την ομώνυμη μουσική του Μπετόβεν σε συνδυασμό με την καθηλωτική ποίηση του Ρίτσου ήταν ένα ιδιοφυές «πάντρεμα» που αποτέλεσε υπέρτατο δώρο-κληρονομιά για τους νεότερους Έλληνες.

«Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου...». Πόσο μεγαλείο κρύβουν αυτοί οι στίχοι κάτω από τα ασήμια του σεληνόφωτος. Εκεί που η μουσική παραμερίζεται για να αφήσει τον λόγο να περάσει, να δοκιμαστεί και να αποφανθεί αστείρευτες εσωτερικές δυνάμεις που μέσα από το σκοτάδι αναδύονται και δημιουργούν Τέχνη στο φως. Η απόδοση ενός τέτοιου μονολόγου που ξεδιπλώνει ψυχογραφήματα καθίσταται δύσκολη προς υλοποίηση στο θεατρικό σανίδι.

Ο πολυδιάστατος Σταμάτης Πακάκης που σκηνοθέτησε και ανεβάζει την παράσταση «Σονάτα του Σεληνόφωτος» αυτό το διάστημα στο Θέατρο Faust, καταθέτει στο ethnos.gr. την δική του προσέγγιση μιλώντας αναλυτικά για το τολμηρό αυτό επιχείρημα που αποτελεί για τον ίδιο ένα όνειρο ζωής.

Η αρχή της πορείας σας ήταν οι μουσικές σπουδές;
Ακριβώς. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Ρόδο. Στο σχολείο ακολούθησα την θεωρητική κατεύθυνση και εκεί γνώρισα τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου. Αποφοίτησα από το Μουσικό Σχολείο. Παράλληλα έκανα μουσικές σπουδές και στο Ωδείο. Η πρώτη επαφή μου με πραγματικό κοινό ήταν στην Χορωδία του Μουσικού Σχολείου της Ρόδου. Λένε πως οι νησιώτες είναι πιο δημιουργικοί και πιο εκφραστικοί. Έχουν ένα διαφορετικό «μπρίο». Νομίζω ότι είναι πιο ανάλαφροι. Στο τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΕΚΠΑ κάναμε μάλιστα και ένα μάθημα για την παραδοσιακή μουσική της Ελλάδος που χώριζε τη Στεριανή Ελλάδα με την Νησιωτική. Δεν είναι τυχαίο το ότι όπου υπάρχει ο παφλασμός της θάλασσας όλοι είναι πιο αισιόδοξοι, πιο χαρούμενοι και πιο ορεξάτοι.

Αν και είχατε μουσική παιδεία επιλέξατε να εκφραστείτε μέσω του θεάτρου. Γιατί;
Οι σπουδές μου ήταν κυρίως μουσικές. Τελείωσα Μουσικολογία (Μουσικών Σπουδών στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών). Έχω πτυχίο Ανωτέρων Θεωρητικών, Δίπλωμα κλασικής κιθάρας, Μονωδίας, Ενοργάνωση Μπάντας και Μουσικό-παιδαγωγικά Συστήματα. Ξεκίνησα ως μουσικός και τραγουδιστής. Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι μου άρεσε περισσότερο το σανίδι, για την ακρίβεια ο συνδυασμός μουσικής και θεάτρου. Μου άρεσε αυτή η απεύθυνση στο κοινό που αποτελεί τρόπο επικοινωνίας κάτι το οποίο δεν ένιωσα μέσα από την σκέτη μουσική.

Σημαντικό γεγονός της αλλαγής πορείας μου ήταν όταν εργάστηκα στην παιδική σκηνή της Εθνικής Λυρικής γιατί ήρθα σε επαφή με την κίνηση, τον χορό και την πρόζα. Μετά έδωσα στο Υπουργείο Πολιτισμού για να αποκτήσω-εξελίξω τις δεξιότητές μου. Μεγάλη σχολή ήταν η καθημερινή επαφή μου με μεγαλύτερους ηθοποιούς και σκηνοθέτες στο πλαίσιο των προβών και των παραστάσεων από τους οποίους κέρδισα ζωντανά παραδείγματα προς μίμηση ή αποφυγή. Στην πορεία έκανα ένα αγγλικό πρόγραμμα μουσικών σπουδών στο London College of Music και αργότερα πήγα στο Guildford School of Arts όπου έκανα Μουσικό Θέατρο. Θέλοντας να αποκτήσω σφαιρικές γνώσεις δούλεψα ως βοηθός παραγωγής, βοηθός σκηνοθέτη και με αυτόν τον τρόπο ανέπτυξα πολλές δεξιότητες τις οποίες χρησιμοποιώ σήμερα.

Γιατί επιλέξατε να ανεβάσετε Ρίτσο;
Είναι μία αλληλουχία πραγμάτων. Ήταν το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που λάτρεψα. Το γνώριζα από την εφηβεία μου και αποτέλεσε το σημείο αναφοράς μου. Με επηρέασε ακόμα και στον τρόπο που γράφω. Έκτοτε άρχισα να παρακολουθώ παραστάσεις της «Σονάτας» στην Αθήνα αλλά δεν ήταν όπως θα ήθελα. Κατά την άποψή μου όλος αυτός ο ιδιαίτερος γραπτός λόγος έπρεπε να σκηνογραφηθεί χωρίς να είναι περιγραφικός ώστε να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή σε μια συνεχή εγρήγορση. Η «Σονάτα» ήταν για εμένα ένα όνειρο ζωής.

Μιλήστε μας για την παράσταση που ανεβάζετε.
Πιστεύω ότι μέσω αυτής κάτι «άγγιξα» γιατί κατά τη διάρκεια της παρατηρώ τον κόσμο να παρακολουθεί και να μην κινείται καθόλου μέσα στην αίθουσα και λέω «ναι, τουλάχιστον αυτό το πετύχαμε». Όταν μετά μου στέλνουν προσωπικά μηνύματα ότι με αφορμή το έργο διαβάζουν και την ανάλυση του κειμένου θα μπορούσα να πω ότι μάλλον έχω καταφέρει να βάλω ένα μικρό λιθαράκι και στον προβληματισμό του κοινού. Είμαι λάτρης της σημειολογίας. Πολύ πριν ξεκινήσω να δουλεύω με τους ηθοποιούς σκέφτηκα τα αντικείμενα που θα χρησιμοποιήσω έτσι ώστε να δώσω μεγαλύτερη έμφαση στην λειτουργικότητά τους. Παραδείγματος χάριν τα κεριά επί σκηνής έχουν μία καβαφική αναφορά με το χρόνο. Υπάρχει ένα ποίημα του Καβάφη που λέει ότι όσο προχωράμε, τα κεριά της ζωής μας σβήνουν.

Μουσικά την έχω ντύσει με το πρώτο μέρος της «Σονάτας» του Μπετόβεν όπως ακριβώς αναφέρει και ο Ρίτσος. Την έχω συνδυάσει με άλλα ηχητικά-μουσικά περιβάλλοντα όπως στην σκηνή του βυθού-πνιγμού-κουζίνας που έβαλα ήχους βυθού παράλληλα με τη σονάτα όπως πιθανόν θα ακουγόταν μέσα από τον βυθό του ωκεανού. Ακόμα και το ρολόι ηχητικά το έχω αποδώσει σημειολογικά να χτυπάει σαν πένθιμη καμπάνα. Η παράσταση είναι και «χορογραφημένη». Επένδυσα στους φωτισμούς επειδή η ατμόσφαιρα θεωρώ ότι είναι ένα βασικό σημείο για το αποτέλεσμα μιας παράστασης και ειδικά το εικαστικό είναι πάντα το Α και το Ω. Όλα λοιπόν έχουν την θέση τους, την λειτουργικότητα τους, το δικό τους νόημα. Προσπάθησα να αγγίξω το έργο με τον δικό μου τρόπο.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι εξαιρετικές. Όταν επικοινώνησα με την Έρη Ρίτσου προκειμένου να μου δώσει την άδεια για να το ανεβάσω, μου τόνισε ότι δεν θέλει να υπάρξει τροποποίηση του κειμένου και να μείνω πιστός σε αυτό. Ακριβώς αυτό ήταν που ήθελα να κάνω κι εγώ. Όσοι θεατές ήρθαν που δεν είναι λάτρεις της ποίησης ή της λογοτεχνίας το παρακολούθησαν ευχάριστα και αυτό ήταν μία μικρή επιτυχία.

Ο Μπετόβεν λόγω ενός μεγάλου ακυρωμένου έρωτα δημιούργησε μία αριστουργηματική σύνθεση. Ο δε Ρίτσος στο «σκοτεινό» κείμενό του-εκτός της μοναξιάς που εκπέμπει- αποτυπώνει, επεξεργάζεται, αναθεωρεί και εκφράζει ελπίδα. Παρόλο που το κράμα τους «συναντιέται» σε διαφορετικούς αιώνες και διακατέχεται από διαφορετικά ψυχογραφήματα και οι δύο δημιούργησαν Τέχνη. Πού συμπίπτει κατά την άποψή σας η ταύτιση των δύο δημιουργών;
Ωραία ερώτηση. Κατά την άποψή μου αμφότεροι εκφράζουν μία αίσθηση μελαγχολίας και μοναξιάς μέσα από την τέχνη τους. Το έχω παρατηρήσει με το κείμενο αλλά και με την μουσική. Όλη η «Σονάτα» έχει χαρακτηριστεί από το πρώτο μέρος της. Το ίδιο και ο Ρίτσος, με την πρώτη φράση που χρησιμοποιεί: «Άφησε με να έρθω μαζί σου...».
Ταυτίζονται στην μοναξιά του ερμηνευτή. Αυτό το μουσικό έργο του Μπετόβεν είναι για ένα σόλο όργανο όπως και το ποίημα του Ρίτσου είναι ένας μονόλογος. Και οι δύο μιλούν για μοναξιά, για θλίψη όμως εκφράζουν ότι υπάρχει και ελπίδα. Μέσα στο ποίημα του Ρίτσου διακρίνεται η πορεία προς τον θάνατο δηλαδή η πορεία προς την ολοκλήρωση του ταξιδιού μας όμως μιλά και για τη γέννηση του καινούργιου με την πορεία προς το φως. Όλα όσα περιγράφει κρύβουν αμφίρροπες δυνάμεις, φως-σκοτάδι, νέος-ηλικιωμένη γυναίκα, λαϊκή-μεγαλοαστική τάξη, πτώση αυτής με το νέο κίνημα πολιτικών που ανέβαινε τότε καθώς κάνει και αναφορές περί θρησκείας. Υπάρχουν πολλά μηνύματα τα οποία είναι υποδόρια μέσα στο κείμενό του. 

Είναι τυχαίο κάθε φορά που αναφερόμαστε στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» το μυαλό μας να «καταγράφει» Μπετόβεν και Ρίτσο ως αναπόσπαστο δίδυμο;
Ο Ρίτσος στον σκηνοθετικό του επίλογο μας πληροφορεί πως όλο το έργο το συνοδεύει η «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Μπετόβεν και συγκεκριμένα το πρώτο μέρος. Από τον νέο που λειτουργεί και ως αφηγητής αυτές οι πληροφορίες (πρόλογος-επίλογος του έργου) παρουσιάζονται μέσα από μία αναφορά στο θέατρο της ψευδαίσθησης, κάπως «μπρεχτικά». Για τον λόγο αυτό όσοι έχουν διαβάσει το κείμενο είναι λογικό να τους συνδυάσουν. Νομίζω ότι οι λάτρεις κυρίως του κειμένου είναι που κάνουν αυτή τη συσχέτιση γιατί οι μουσικοί που γνωρίζουν την Σονάτα δεν νομίζω ότι σκέφτονται αυτήν του Ρίτσου. Εξαρτάται την παιδεία του καθενός και με ποια από τις δύο σονάτες ήρθε πρώτα σε επαφή.
 
Είναι η μοναξιά η πρώτη ύλη που δημιουργεί Τέχνη; Δύναται ένας απελπισμένος έρωτας να αποτελεί πηγή μεγάλης έμπνευσης;
Η μοναξιά είναι η αφετηρία για να δημιουργήσεις κάτι. Η ποίηση και η σύνθεση μουσικής χρειάζονται την μοναξιά. Οι δημιουργοί -το βλέπω και από τον εαυτό μου- θέλουν χρόνο ώστε να βρεθούν μόνοι για να σκεφτούν, να φανταστούν και να δημιουργήσουν. Επεξεργάζονται τα δεδομένα, τα αποτυπώνουν σε ένα χαρτί το οποίο μπορεί να είναι νότες ή μπορεί να είναι ποιητικό κείμενο ή μπορεί να είναι το οτιδήποτε.
Η άσχημη εξέλιξη ενός έρωτα μοιραία δίνει περισσότερα καλλιτεχνικά δημιουργήματα. Μπορεί να κάνω λάθος αλλά τουλάχιστον στις δικές μου αναφορές ό,τι είναι ερωτικό έχει μία πικρία και μία μελαγχολία. Ό,τι έχω δημιουργήσει μέχρι στιγμής το έκανα όταν δεν ήμουν καλά. Όταν είμαι χαρούμενος ζω μέσα στη χαρά μου και δεν έχω ανάγκη να την καταγράφω ώστε να την επικοινωνήσω προς τα έξω. Ακόμα και στο «550» στην προηγούμενη σκηνοθετική και κειμενική δουλειά μου η οποία ήταν μία αναφορά της καθημερινότητάς μου είχε αιχμηρό χιούμορ καθώς είχε και τις μαύρες στιγμές του. Όταν δεν είσαι καλά όλα μεγαλώνουν μέσα σου. Γενικά αλλά και ειδικά ο πόνος πάντα είναι έμπνευση. Θα ήθελα να πω εδώ ότι πρέπει να ξορκίζουμε τα στοιχειά του «σπιτιού» μας. Όπου «σπίτι» είναι οι ίδιοι μας οι εαυτοί. Είναι μία μορφή εξιλέωσης. Όταν έφτιαξα τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» την «ξόρκισα» από τις αγάπες μου και την είδα να ζωντανεύει.

Από μιούζικαλ σε κωμωδία και ύστερα ποίηση. Πόσο δύσκολη είναι η εναλλαγή από το ένα είδος στο άλλο;
Πραγματικά, το κάθε θεατρικό που ασχολήθηκα ήταν δύσκολο και διαφορετικό. Ακριβώς πριν σκηνοθέτησα το «550». Είχε άλλη προσέγγιση, άλλη μεθοδολογία όταν ξαφνικά έρχεται η «Σονάτα» και «βάρυνε» το ύφος. Ήταν έντονη η διαφορά αλλά μου αρέσει αυτό. Είμαι όλα αυτά. Πιο οικείο σε μένα ήταν το «Μάνα» η πρώτη σκηνοθετική δουλειά μου γιατί ήτανε μουσικο-θεατρικό και το είδος αυτό το διαχειρίζομαι καλύτερα. Η «Σονάτα» όμως νομίζω ότι σκηνοθετικά είναι ένα βήμα μπροστά.

Τι «διαφορετικό» σχεδιάζετε για το κοντινό ή το μακρινό μέλλον;
Θα ήθελα να ανεβάσω το «550» ξανά έως «550 reloaded». Κάποιες τελευταίες σκέψεις που τις λέω πρώτη φορά σε εσάς είναι ότι θα ήθελα να δημιουργήσω μία μουσικοχορευτική παράσταση τύπου βαριετέ ή καμπαρέ. Να υπάρχει κοινωνικο-πολιτικό κείμενο μέσα, τραγούδια, χοροί και σκετς το οποίο θα κουμπώνει σε μουσικές σκηνές της Αθήνας. Σκέφτομαι να κάνω ακρόαση ως προς αυτό, προκειμένου να βρω ηθοποιούς- μουσικούς. Τέλος, έχω γράψει μία κωμωδία και ένα ψυχολογικό δράμα όπου φλερτάρω το ανέβασμα τους. Δεν θα πω τίτλους για ευνόητους λόγους. Γενικά έχω διάθεση να κάνω πολλά και ωραία πράγματα.