Ο εν Ρόδω Κολοσσός

Του Δρ. Κώστα Βίτκου
στο neoskosmos.gr

Συντρώγοντας με φίλους κι έχοντας απέναντί μου Ρόδιο σύνδειπνο και συμπότη, ζήτησα κάποιες πληροφορίες για το εξάκουστο γιγαντιαίο ηλιακό άγαλμα, που οι αρχαίοι Ρόδιοι «δια το μέγεθος εκάλεσαν κολοσσόν» και που οι ίδιοι εξαιτίας του, «Κολοσσαείς ονομάσθησαν». (Η «Προς Κολοσσαείς» επιστολή τού Αποστόλου Παύλου ουδεμία σχέση έχει με τους Ρόδιους).

Τα λίγα ενδιαφέροντα που άκουσα από τον αγαπητό Ρόδιο μ’ έσπρωξαν βαθύτερα στο θέμα. Επιστρέφοντας στην οικία μου (από δείπνου οίκαδε επανιών), κατέβασα τόμους από τη βιβλιοθήκη μου και δίκην Δηλίου κολυμβητού «βούτηξα» στον ακένωτο ωκεανό των αρχαίων φιλολογικών κ’ επιγραφικών πηγών και, δόξα τω Ολυμπίω Διί, βρήκα αρκετά «σφουγγάρια» που απορρόφησαν τα θολόνερα της άγνοιάς μου.

Η μέθοδος που επιλέγω εδώ είναι αυτή του Αριστοτέλη: «ει δη τις εξ αρχής τα πράγματα φυόμενα βλέψειεν, . . ., κάλλιστ’ αν ούτω θεωρήσειεν». Με άλλα λόγια, θεωρούμε τα πράγματα καλύτερα, βλέποντάς τα να ξεφυτρώνουν από την αρχή. Και σε ό,τι αφορά τις πηγές, η αρχή για τον Κολοσσό της Ρόδου είναι τρείς συγγραφείς (κατ’ αρχαιότητα): Φίλων ο Βυζάντιος (π. 280 – 220 π.Χ.), Στράβων (π. 64 π.Χ. – 24 μ.Χ.) και Πλίνιος ο Πρεσβύτερος (23/4 – 79 μ.Χ.). Μεταγενέστεροι, όπως ο Φλάβιος Φιλόστρατος, ο Ιωάννης Μαλάλας, ο Κωσταντίνος Ζ’ Πορφυρογέννητος και ο Γεώργιος Κεδρηνός, έρχονται «συμπληρωματικοί».

ΓΕΝΙΚΑ
Το 292 π.Χ. περίπου, ο Λίνδιος ανδριαντοποιός Χάρης ξεκίνησε την κατασκευή τού Κολοσσού. Σε δώδεκα χρόνια στήθηκε, λέει ο Πλίνιος («duodecim annis tradum effectum», με συνολική δαπάνη 300 τάλαντα («CCC talents»), δηλ. 1,800.000 αττικές δραχμές!
Σε ποιο σημείο στήθηκε; Δεν το ξέρει κανείς. Ο Φίλων, που μάλλον είδε τον Κολοσσό στημένο, δεν είπε λέξη: είπε μόνο ότι πρόκειται για ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου («septem orbis spectaculis»). Το βέβαιο είναι πως ο Κολοσσός δεν στήθηκε στο «στόμα» του λιμανιού, με ανοιχτά σκέλη και πλοία να περνούν από κάτω! Αυτό είναι αποκύημα μεσαιωνικής φαντασίας!

Αν στόχος των Ροδίων ήταν να φαίνεται ο Κολοσσός χιλιόμετρα μακριά (360 μοίρες), τότε βρίσκω την υπόδειξη του καθηγητή Robert B. Kebric αυτονόητη: ο Κολοσσός στήθηκε στο ψηλότερο, σταθερότερο και ιερότερο σημείο της αρχαίας Ρόδου – το σημερινό Monte Smith (Άγιος Στέφανος). Εκεί ψηλά στην ακρόπολη είχαν τα ιερά τους η Αθηνά Πολιάς και ο Ζευς Πολιεύς. Εκεί ο πολιούχος θεός-Ήλιος λουζόταν στο φως του όλη την ημέρα, μακριά από εχθρικούς καταπέλτες!
Σχετικά με το ύψος του Κολοσσού, ο Φίλων κάνει λόγο για 70 πήχεις. Συμφωνεί και ο Στράβων, επικαλούμενος ανώνυμο επίγραμμα («ιαμβείον»), που λέει «επτάκις δέκα . . . πήχεων. Ακολουθεί και ο Πλίνιος «LXX cubitorum altitudinis»)».

Όμως δεν γνωρίζουμε το είδος του πήχη που χρησιμοποιήθηκε: ήταν άραγε ο φυσικός πήχης του κατασκευαστή; Ήταν ο Ολυμπιακός, ο Αθηναϊκός, ο Σάμιος πήχης; Ούτε γνωρίζουμε αν ο Κολοσσός μετρήθηκε από το πέλμα ως το τρίχωμα της κεφαλής ή ως το ανυψωμένο χέρι (αν έφερε πυρσό). Πάντως, μ’ έναν μέσο πήχη των 47 εκ., οι 70 πήχεις δίνουν 32,9 μ.

ΣΕΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ
Ο Στράβων λέει ότι στις μέρες του ο Κολοσσός βρισκόταν σωριασμένος καταγής λόγω σεισμού («κείται δε νυν υπο σεισμού πεσών»), σπασμένος στα γόνατα («περικλασθείς από των γονάτων»).
Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς έγινε ο σεισμός. Οι πηγές αοριστολογούν. Ο ιστορικός Πολύβιος (π. 220 – 120 π.Χ.) μιλά για «βραχεί χρόνω πρότερον». Ο χρονογράφος Ιωάννης Μαλάλας (6ος αι. μ.Χ.) μιλά για «νύχτα του Οκτώβρη» («εν μηνί οκτωβρίω νυκτός»), χωρίς συγκεκριμένο έτος («εν αυτοίς χρόνοις»).
Μία επιγραφή από την αρχαία Κάμειρο, που αναφέρεται στα θύματα του σεισμού («των κατά σεισμόν τελευτησάντων»), χρονολογείται γύρω στο 227 π.Χ. Μπορούμε λοιπόν με βεβαιότητα να πούμε ότι ο σεισμός έγινε μέσα στη διετία 228/6 μ.Χ. Επομένως, ο Κολοσσός στάθηκε όρθιος όχι πάνω από 54 χρόνια.

ΑΝΑΣΤΗΛΩΣΗ
Σύμφωνα με τον Στράβωνα, ο Κολοσσός δεν αναστηλώθηκε («ούκ ανέστησαν δ’ αυτόν»), παρότι ο Πτολεμαίος Γ’ ο Ευεργέτης (284-222 π.Χ.) πρότεινε να καλύψει τη δαπάνη, προσφέροντας 300 τάλαντα «εις την του κολοσσού κατασκευήν» (Πολύβιος). Εμπόδιζε την αναστήλωση κάποιος χρησμός («κατά τι λόγιον»).
Βέβαια ο Στράβων πεθαίνει το 24 μ.Χ. και δεν μπορεί να γνωρίζει αν αγνοήθηκε ο χρησμός. Γνωρίζει όμως ο Πλίνιος: περιγράφει κομμάτια του Κολοσσού.

Ενδιαφέρουσα η μαρτυρία τού Πολύβιου περί κατασκευής νέου Κολοσσού, ύψους 30 πήχεων (14 μ.), στο ιερό της Αθηνάς, προς τιμή της Ρώμης («Ρόδιοι . . . εψηφίσαντο δε και κολοσσόν στήσαι του δήμου των Ρωμαίων εν τω της Αθηνάς ιερώ τριακοντάπηχυν»).
Από την άλλη ο Μαλάλας λέει ότι ο αυτοκράτορας Αδριανός (76-138 μ.Χ.) αναστήλωσε τον Κολοσσό («ο αυτός Αδριανός ανήγειρε και τον κολοσσόν Ρόδου»), που για 312 χρόνια ήταν σωριασμένος καταγής («κείμενον χαμαί έτη τιβ’»). Αν εννοεί τον πρώτο Κολοσσό, η μαρτυρία αυτή είναι αναξιόπιστη.

ΟΙ ΑΠΟΡΙΕΣ
Ο Φιλόστρατος (π. 170–247/250 μ.Χ.) παρουσιάζει τον Απολλώνιο τον Τυανέα (σύγχρονος του Χριστού κ’ επί ίσης μοίρας «θαυματοποιός») να πλησιάζει το άγαλμα του Κολοσσού («προσιόντα αυτόν τω του Κολοσσού αγάλματι»). Ο σύντροφός του, ο Δάμις, ρωτά τον Απολλώνιο αν μπορεί να φανταστεί κάτι πιο μεγαλειώδες από τον Κολοσσό. Βέβαια, η απάντηση του Απολλώνιου (φιλοσόφου όντος) ήταν αφοπλιστική: «άνδρα φιλοσοφούντα υγιώς τε και αδόλως»!

Γεννάται η απορία: Τι ακριβώς έβλεπαν και θαύμαζαν οι δύο άνδρες, τον 1ο αι. μ.Χ. στη Ρόδο; Ο Κολοσσός βρισκόταν στο έδαφος κομματιασμένος! Μήπως ακόμη και τα κομμάτια ήσαν άξια θαυμασμού;
Ο χρονογράφος Γεώργιος Σύγκελλος (9ος αι.) λέει ότι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κόμοδος (177-192 μ.Χ) αντικατέστησε την κεφαλή τού Κολοσσού της Ρόδου με τη δική του («του εν Ρόδω ηλιακού κολοσσού την κεφαλήν αφελών Κόμοδος την εαυτού έστησεν»). Οποία γελοιότης και ηλιθιότης!

Ο Πορφυρογέννητος μιλά για διαφορετικό επίγραμμα, χαραγμένο «προς την βάσιν των ποδών» του Κολοσσού, βάσει του οποίου ο Κολοσσός δεν κατασκευάστηκε από τον Χάρη, αλλά από τον Λάχη, και ότι δεν είχε ύψος 70, αλλά 80 πήχεις («τον εν Ρόδω κολοσσόν οκτάκις δέκα Λάχης εποίει ο Λίνδιος»). Τα ίδια ακριβώς λέει ο Κεδρηνός.
Η εξήγηση που δόθηκε είναι ότι ο Χάρης ξεκίνησε την κατασκευή τού Κολοσσού, αλλά δεν την ολοκλήρωσε: αυτοκτόνησε λόγω χρεωκοπίας από λάθη στους υπολογισμούς του. Το έργο αποπεράτωσε ο ομότεχνός του (και συμπολίτης του) Λάχης.
Τέλος, η μαρτυρία του Πορφυρογέννητου ότι ο Κολοσσός ήταν επιχρυσωμένος, από το κεφάλι ως τα πόδια («κεχρυσωμένος από κεφαλής έως ποδών»), δεν μου «στέκεται» καλά.

Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Τελικά, τι απέγινε το έβδομο θαύμα, ο περιλάλητος Κολοσσός; Σύμφωνα με το «Χρονικό τού Θεοφάνους» (και τον Πορφυρογέννητο), το 653 μ.Χ., ο στρατηγός των Αράβων Μαυίας κατέλαβε τη Ρόδο, κι αφού έλιωσε τη χάλκινη επένδυση του Κολοσσού («παραλύσας τον κολοσσόν»), διαπέρασε τον χαλκό στη Συρία, όπου τον έστησε στην αγορά προς πώληση.
Εκεί ένας Εβραίος έμπορος από την Έδεσσα (άνω Μεσοποταμία) αγόρασε τον χαλκό («ωνήσατο δε αυτόν Εβραίος Εδεσσηνός») και μ’ αυτόν φόρτωσε 900 καμήλες!